Του Χρυσ. Κριμπά

Η λέξη γιασεμί προέρχεται από τη σημιτική ρίζα σιάμ (sham) και σημαίνει το εύοσμο, το μυρουδάτο. Στη λόγια ελληνική, έγινε ίασμος. Από δω και το ιασμέλαιον: το γιασεμόλαδο.

Στη μάγκικη διάλεκτο, γιασεμής λέγεται ειρωνικά ο κομψευόμενος, που έχει βάλει άρωμα. Στο ίδιο ιδίωμα γιασεμιά είναι οι καρπαζιές. Οι λιμοκοντόροι του παλιότερου καιρού, για να συγκινήσουν μια κοπέλα, της πρόσφεραν μπουκέτο με γιασεμιά. Οι δικοί της παραφύλαγαν, τον έπιαναν και τον υποχρέωναν να φάει τα γιασεμιά. Παράλληλα του έδιναν τόσες καρπαζιές, όσα λουλούδια γιασεμιού είχε το μπουκέτο.

Στην τουρκική, περσική και αραβική, υπάρχει και γυναικείο όνομα Γιασμίν. Είναι η δική μας Γιασεμή ή Γιασεμίνα. Γιασμίν Χαν: κόρη του Αλή Χαν και της Ρίτας Χαίηγουωρθ.

Από σαμιώτικο νανούρισμα:

το παιδί μου είναι παιδί,

είναι άσπρο γιασεμί.

Στίχοι από δημοτικά τραγούδια:

Σαν αποθάνω βάλτε μου στο μνήμα μου έν’ άνθι

στο κούτελό μου γιασεμί, στο χείλι ροδοδάφνη.

Εκίνησε το γιασεμί και πάει να σεριανίσει,

Θε μου και κάμε συννεφιά ήλιος μην το μαυρίσει.

Μέσα στα χιόνια λούστηκες και πήρες την ασπράδα

πήρες κι απ’ τ’ άσπρα γιασεμιά όλη τη νοστιμάδα.

Εμίσεψε το γιασεμί το τιμημένο ξύλο

πόκαμε τον χρυσόν καρπό και τ’ ασημένιο φύλλο.

Είσαι ζουμπούλι, μενεξές, γαριφαλιά και ρόδα

ανθός και φούλι και σεβλί και γιασεμί και βιόλα.

Γίνε στα δάση γιασεμί κι εγώ στα όρη χιόνι

να λιώνω να ποτίζονται οι δροσεροί σου κλώνοι.

Άσπρη είσαι σαν το γιασεμί, αφράτη σαν τον άρτο

ας σ’ είχα στες αγκάλες μου μιαν ώρα κι ένα κάρτο.

Ρόδο της πρώτης άνοιξης, του γιασεμιού βοτάνι

άνθρωπος να ψυχομαχεί, όντε σε δει θα γιάνει.

Γαμπρός είναι το γιασεμί κι η νύφη το ζουμπούλι

κι ο σύντεκνος γαρουφαλιά με τη γενιά του ούλη.

Ψηλοφουντό μου γιασεμί ρόδον απ’ τη Σητεία

η ομορφιά σου ακούστηκε μέσα στη Βενετία.

Στις είκοσι γαρόφαλο, στις εικοσπέντε βιόλα

και εις τις τριάντα γιασεμί και στις σαράντα μόλα.

Καληώρα νάχει η μάνα σου αμά καλή ναι κι όλα

γιατί ‘καμε ένα γιασεμί μια μυρισμένη βιόλα.

Ας έχει την υπομονή κι ας έχω την ελπίδα

ως με καιρό το γιασεμί ανθεί και βγάζει φύλλα.

Άσπρο μου γιασεμάκι με φύλλα πράσινα

πάρε με στην αγκαλιά σου να βγω απ’ τα βάσανα.

Γαρούφαλο μη μαραθείς τα φύλλα μη μαδήσεις

κι εσύ άσπρο γιασεμάκι μου στα ξένα μην αργήσεις.

Εμίσεψε το γιασεμί πάγει το κυπαρίσσι

δεν έχω φίλον γκαρδιακόν να πάει να το γυρίσει.

Άσπρη κολώνα χαμαμιού και μάρμαρο της βρύσης

γλυκύτατό μου γιασεμί έβγα να μου μιλήσεις.

Παύλος Παλαιολόγος: Χαμόμηλο βλάστησε στις ρωγμές του λιθόστρωτου. Άσπρο γιασεμί αναριχιέται στους τοίχους.

Έλλη Αλεξίου: Στην πολυκατοικία μας τώρα, έχομε στο μπαλκόνι, εδώ στη Θεσπρωτέως, μια γλαστρούλα γιασεμί, ταλαιπωρημένο κι αυτό με τη στενοκοπιά των ριζών του.

Διδώ Σωτηρίου: Η ανάσα της έφτανε ίσαμ’ εμένα, ζεστή και μυρωμένη σα γιασεμί.

Γαλάτεια Σαράντη: Ήταν ένα γιασεμί και ένα αγιόκλημα και στην άκρη μια περικοκλάδα με μοβ λουλουδάκια, σαν τσαμπιά που κρέμονταν όλα στη μεριά τη δική μας και τη στόλιζαν.

Κυριάκος Διακογιάννης: Η αλέα με την κληματαριά και το γιασεμί, το σπιτάκι χωμένο στις πρασινάδες, τα πεύκα, το πηγάδι, τα κάτασπρα κουρτινάκια.

Βασίλης Βασιλικός: Αν τα εδάφη αυτά ήσαν ελληνικά, θα είχαν παντού βλαστήσει χωριουδάκια με ταπεινούς βασιλικούς στα παράθυρα και γιασεμιά στην πόρτα:

Τάκης Δόξας: Κι ο Γιασμίν, πού είναι ο Γιασμίν ο αδελφούλης;

Ν. Τουτουτζάκη: Το βιβλίο με τα γιασεμιά.

(575)