Του Γιώργου Σαραντάρη

(Αφιερωμένο στη σημερινή μέρα,
“Ημέρα Ποίησης”)

Η αγάπη, σαν βίωση, λείπει στο τωρινό άτομο, που δεν μπορεί πια να την ξαναποκτήσει (για τούτο ο Ρεμπώ γράφει κάπου μ’ εξαίσια ποιητική διορατικότητα: L’ amour est a reinventer. Η αγάπη χρειάζεται πάλι να ανακαλυφθεί. Και αλλού σε μια στιγμή αυταπάτης κι’ ενθουσιασμού τονίζει με ακόμα περισσότερη απόφαση την πεποίθηση του: L’ amour, mesure parfaite et reinventee… Η αγάπη, μέτρο τέλειο και που πάλι ανακαλύφτηκε…). Γιατί, για να κερδίσει την αγάπη σα βίωση, θα όφειλε το άτομο να πάει ενάντια στην ιστορία του, να επιστρέψει στο παρελθόν και να λησμονήσει ολότελα το παρόν. Λύση αδύνατη, που κατά συνέπεια δεν μπορεί να υπολογίσει ο φιλόσοφος.

Ο θάνατος όμως θέτει διαφορετικά το πρόβλημα. Ο θάνατος είναι μια πραγματικότητα που το τωρινό άτομο δεν μπορεί ν’ αγνοήσει. Ακριβώς γιατί το άτομο διακρίνει τον εαυτό του από τ’ άλλα άτομα, μ’ ένα αίσθημα που δεν βρήκε ίσαμε σήμερα μια σταθερή εγκόσμια πηγή άρνησης, ακριβώς για τούτο δεν απαντά άλλην άρνηση του εαυτού του παρά στο φυσιολογικό θάνατο. Και για τούτο εμείς υποστηρίζουμε πως μονάχα από το συγκεκριμένο σημείο της αντιμετώπισης του θανάτου, μπορεί το τωρινό άτομο να φτάσει στην πίστη στο Θεό-Άνθρωπο. Για μας η πίστη στο Θεό–Άνθρωπο οφείλει να είναι το ιδανικό των ατόμων όλων των εποχών. Πάνω σε τούτο σχεδόν δεν δεχόμαστε συζήτηση.

Κείνο που χρειάζεται ο φιλόσοφος ν’ αναζητήσει είναι, ποιος δρόμος, ο μόνος δρόμος, που το άτομο της εποχής του θ’ ακολουθήσει για να φτάσει στην πίστη στο Θεό-Άνθρωπο. Ο δρόμος και η αφετηρία του δρόμου. Ξεκινάμε λοιπόν από το τωρινό άτομο και τη βίωση του. Και λέμε πως η γόνιμη βίωση του ατόμου θ’ αρχίσει από την πραγματικότητα εκείνη που είναι και δεν είναι διαφορετική από μας τους ίδιους και που δεν μπορούμε ν’ αποφύγουμε, από τη μοίρα εκείνη που είναι η ίδια για όλα τ’ άτομα και που τα εξισώνει τόσο ώστε αναγκάζει τα ειλικρινή άτομα ν’ αποδεχτούν πως υφίσταται ένα σημείο του χρόνου όπου δεν διακρίνεται πια το άτομο από το άλλο σύμπαν.

Η πραγματικότητα τούτη είναι ο θάνατος, που, όπως γράψαμε κιόλας, είναι το σύνολο εκείνο όπου ακόμα και ο άπιστος φτάνει.

Ανθολόγος από τον “Νουμά”
Εύη

(5)