Το κλαρινέτο ανήκει στην κατηγορία των ξύλινων πνευστών οργάνων. Είναι το πιο ευέλικτο πνευστό, με έκταση τρεισήμισι οκτάβες και χρησιμοποιείται σε όλα τα είδη της μουσικής.

Η λέξη κλαρινέτο σημαίνει στα ιταλικά μικρό κλαρίνο (από το επίθετο clarus = φωτεινός, καθαρός). Κλαρίνο ήταν ένα είδος τρομπέτας, o ήχος της οποίας έμοιαζε με τον ήχο των πρώτων κλαρινέτων. Στη χώρα μας είναι πασίγνωστο ως κλαρίνο από τη δημοτική μουσική, ενώ η λόγια ονομασία του οργάνου είναι ευθύαυλος. Ίσως από τη λέξη αυτή να προέρχεται η έκφραση «στέκεται κλαρίνο», το οποίο λέγεται με σκωπτική διάθεση γι’ αυτόν που στέκεται ευθυτενής σε στάση προσοχής ή χαιρετισμού. Ο ερμηνευτής του οργάνου για μεν την κλασσική μουσική αποκαλείται κλαρινετίστας, για δε τη δημοτική μουσική κλαρινίστας ή κλαριντζής.

(1)