Από τις δημοφιλέστερες συνθέσεις του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, το τελευταίο και πιο μεγάλο σε διάρκεια συμφωνικό έργο του.

Είναι γνωστό και ως «Συμφωνία του Διός», ονομασία που δεν οφείλεται στον συνθέτη, αλλά στον γερμανό μουσικό και διοργανωτή συναυλιών Γιόχαν Πέτερ Σάλομον (1745-1815). Ο Σάλομον πίστευε ότι το έργο αυτό του Μότσαρτ ανέδιδε ένα αυτοκρατορικό συναίσθημα, που ταίριαζε με τον Δία, τον «πατέρα των θεών και των ανθρώπων».

Το έργο ολοκληρώθηκε στις 10 Αυγούστου 1788, σε μία ιδιαίτερα παραγωγική περίοδο του σπουδαίου αυστριακού συνθέτη, καθώς ήταν πνιγμένος στα χρέη και είχε όσο τίποτα ανάγκη τα χρήματα. Μέσα σε σχεδόν ένα τρίμηνο (Ιούνιος – Αύγουστος του 1788), έγραψε τρεις συμφωνίες (39η, 40η, 41η), δύο τρίο για πιάνο (σε Μι και Ντο), μία σονάτα για πιάνο («Sonata Facile») και μία σονατίνα για βιολί.

Η πρεμιέρα του έργου δόθηκε αρκετά χρόνια μετά το θάνατο του Μότσαρτ, στις 20 Οκτωβρίου 1819 στο Εδιμβούργο. Στο πρόγραμμα αυτής της συναυλίας εμφανίσθηκε για πρώτη και ο υπότιτλος του έργου «Συμφωνία του Διός».

Η «Συμφωνία αρ. 41 σε ντο μείζονα», Κ.551, είναι ενορχηστρωμένη για φλάουτο, 2 φαγκότα, 2 κόρνα, 2 τρομπέτες, τύμπανα και έγχορδα. Διαρκεί γύρω στα 35 λεπτά και αποτελείται από τέσσερα μέρη:

  • Allegro
  • Andante cantabile
  • Menuetto: Allegretto
  • Molto allegro

(6)