Υπέροχα λόγια του ανθρώπου που έγραφε με μοναδικό συναίσθημα και απίστευτη τρυφερότητα.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

«Τα διάβαζε όλα ως το κόκαλο και όσο μεγαλύτερη αξία τους έβρισκε, τόσο την αναγνώριζε και τη διακήρυσσε…σκησε την κριτική με διεισδυτική ευαισθησία, με στοχασμό που δεν κατέληγε σε κάποια κανονιστικότητα, με άνοιγμα σε όλους τους τρόπους της ποίησης και αγάπη για όλους τους ποιητές, χωρίς εύνοιες και πατερναλισμούς». είπε κάποτε ο φίλος και συνεργάτης του Τάσου Λειβαδίτη, Τίτος Πατρίκιος, για εκείνον…

Ο Τάσος Λειβαδίτης είναι από τους αγαπημένους μου  ποιητές. Οι στίχοι του είναι απλοί αλλά βγάζουν τόσο συναίσθημα και τρυφερότητα.  Πώς θα μπορούσε άλλωστε να μην συνέβαινε αυτό ; `Ενας άνθρωπος χαμηλών τόνων με διαχρονικές αξίες που έζησε μια ζωή αφιερωμένη στον άνθρωπο, την αγάπη, την ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο.

Γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα, έχοντας καταγωγή από την Κοντοβάζαινα.

Στίχοι του μελοποιήθηκαν από το Μίκη Θεοδωράκη, στο δίσκο «Πολιτεία», «Της εξορίας» , «Πολιτεία Γ` – Οκτώβρης `78» , «Τα Λυρικά» , «Λειτουργία Νο2: Για τα παιδιά που σκοτώνονται στον πόλεμο» ,το Μάνο Λοΐζο στο δίσκο «Για μια μέρα ζωής», το Γιώργο Τσαγκάρη στο δίσκο «Φυσάει»  με ερμηνευτή το Βασίλη Παπακωνσταντίνου και τη συμμετοχή του ηθοποιού Γιώργου Μιχαλακόπουλου, το Μιχάλη Γρηγορίου στο δίσκο «Σκοτεινή πράξη, ένα Ορατόριο σε ποίηση Τάσου Λειβαδίτη»  και από το συγκρότημα Όναρ στο δίσκο «Αλαντίν, τελειώσαν οι ευχές σου».

Οι διακρίσεις του πολλές… Τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία, το 1953 για τη συλλογή του «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου»)…

Με το πρώτο βραβείο ποίησης του Δήμου Αθηναίων, το 1957 για τη συλλογή του «Συμφωνία αρ.Ι»)..

Το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης, το 1976 για τη συλλογή «Βιολί για μονόχειρα».

Το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης, το 1979 για το «Εγχειρίδιο ευθανασίας».
Αξίζει να σημειωθεί ότι υπήρξε  ιδρυτικό μέλος της «Εταιρείας Συγγραφέων» κι έγραψε
ένα μικρό τόμο με τίτλο: «Έλληνες ποιητές». Εδώ, αναφέρεται στις συλλογές που εκδόθηκαν την περίοδο 1978-1981, και αποτελεί μια απογραφή 74 ποιητικών συλλογών.

Επέλεξα κάποια ποιήματά του που διαβάζοντάς τα δεν νιώθεις πια μοναξιά…

(Από το «Απάνθισμα» του Τάσου Λειβαδίτη -επιλογή ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ Εκδόσεις Κέδρος)

Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί.

Ώ απέραντη νοσταλγία για κάτι που ποτέ δεν ζήσαμε κι όμως αυτό υπήρξε όλη η ζωή μας…Υπάρχουν άνθρωποι πουμπορούν να γεμίσουν την ψυχή σου ολοκληρωτικά χωρίς καν να σε έχουν αγγίξει

Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ

Και θα μπορούσε να γραφτεί η συγκλονιστική περιπέτεια μιας γυναίκας που της έπεσε η βελόνα στο πάτωμα, εκείνη γονατίζει κι αρχίζει να ψάχνει, εκεί συναντάει την παλιά της ζωή: χαμένα όνειρα, σφάλματα, νεκροί, μα η βελόνα πρέπει να βρεθεί, το φόρεμα να παραδοθεί, ο Χριστός να σταυρωθεί κι η γυναίκα ψάχνει, ψάχνει ώσπου ξαναβρίσκει τη βελόνα – σηκώνεται τότε, κάθεται στην καρέκλα εξαντλημένη και συνεχίζει να ράβει, ενώ κλαίει σιγανά γιατί κατάλαβε άξαφνα
πως γυρισμός δεν υπάρχει…   

από τα ΜΙΚΡΑ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ ΛΗΣΜΟΝΙΑΣ:

Διαθήκη
Ίσως να το ‘βρα. Αλλά δε θα σας το πω. Γιατί τότε εσείς τι θα ψάχνετε;

Ο ποιητής Ι
Προσπαθεί να φαίνεται ήρεμος. Να μοιάζει με τους άλλους. Κι είναι στιγμές που το κατορθώνει.
Όμως τις νύχτες δεν μπορεί να κοιμηθεί. Οι μεγάλες φτερούγες του δε χωράνε μέσα στον ύπνο.

Καθ’ ημέραν βίος
Οι άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα, συμβιβασμοί –
πού καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους.

Αυτοπροσωπογραφία
Τόσο φοβισμένος, που όταν μου έπαιρναν κάτι τους ευγνωμονούσα που μου άφηναν τουλάχιστον την ανάμνησή του.

Ευλογία
Καλότυχοι εκείνοι που δε γνώρισαν τον εαυτό τους
ανδρείοι εκείνοι που αποσιώπησαν την αθωότητά τους
μα ευλογημένοι αυτοί που τα δώσανε όλα κι ύστερα κοίταξαν έν’ άστρο
σαν τη μόνη ανταπόδοση.
ΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ 

Aν άρχιζε ο Θεός μια μέρα να μετράει όσα έφτιαξε,
άστρα, πουλιά, σπόρους, βροχές, μητέρες, λόφους,
θα τέλειωνε ίσως κάποτε. Eγώ κάθομαι εδώ, ολομόναχος,
μέσα σε τούτο το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,
και μετράω τα σφάλματα που έκανα, τις μάχες που έδωσα,
τις δίψες, τις παραχωρήσεις,
μετράω τις κακίες μου, κάποτε θαυμαστές, τις καλωσύνες μου
συχνά επηρμένες, μετράω, μετράω, δίχως ποτέ μου
να τελειώνω ― α, εσείς,
εσείς ταπεινώσεις, αλτήρες της ψυχής μου,
βαθύ, θρεπτικό ψωμί, αιώνιε πόνε μου,
όλη η δροσιά του μέλλοντος τραγουδάει μες στις κλειδώσεις μου
την ίδια ώρα που μου στρίβει το λαρύγγι η πείνα χιλιάδων
φτωχών προγόνων,
κι ω ήττες, συντρόφισσές μου, που μέσα σε μια στιγμή
με λυτρώσατε απ’ τους αιώνιους φόβους της ήττας.

Eίμαι κι εγώ ένας Θεός μες στο δικό του σύμπαν, σε τούτο
το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,
ένα σύμπαν ανεξιχνίαστο κι ανεξάντλητο κι απρόβλεπτο,
ένας Θεός καθόλου αθάνατος,
γι’ αυτό και τρέμοντας από έρωτα για κάθε συγκλονιστική
κι ανεπανάληπτη στιγμή του.

από τα ΜΙΚΡΑ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ ΛΗΣΜΟΝΙΑΣ:

Διαθήκη
Ίσως να το ‘βρα. Αλλά δε θα σας το πω. Γιατί τότε εσείς τι θα ψάχνετε;

 Καθ’ ημέραν βίος
Οι άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα, συμβιβασμοί –
πού καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους.

  (Ο δρόμος)

  Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει…

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΑΡ. 1 (1957):
…και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι
και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ’ τον άλλον. Γιατί ο έρωτας
είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν.
Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν απ’ τη στιγμή που βρίσκουν μια θέση
στη ζωή των άλλων.

ΚΑΝΤΑΤΑ (1960):
“Αύριο”, λες,
και μέσα σ’ αυτήν τη μικρή αναβολή παραμονεύει ολόκληρο
το πελώριο ποτέ.
Να ‘σαι τόσο πρόσκαιρος, και να κάνεις όνειρα
τόσο αιώνια!

ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1958-1964):
αφού έζησα όλο το μαρτύριο της ελπίδας, έφτασα στο πιο απάνθρωπο έγκλημα: να πιστέψω στους ανθρώπους. 

 

Όταν λες: μισώ, ο πρώτος φόνος του κόσμου ξαναγίνεται μέσα σου.
(Μικρή υπαρξιακή παρένθεση)

Και κάθε βράδυ κοιμάσαι μ’ έναν θησαυρό: αυτήν την πολυσήμαντη αυριανή σου μέρα.
(Από μέρα σε μέρα)

η αμαρτία μας: ότι θελήσαμε πολλά, το έγκλημά μας: πράξαμε τόσα λίγα
(Απόντες)

Γι’ αυτό σου λέω
πρέπει να βρεις έναν άλλο τρόπο να ξεχωρίζεις τους ανθρώπους,
όχι να περιμένεις την πράξη – είναι τότε αργά.
(Φίλιππος)

ο ουρανίσκος μας είναι ένα κοιμητήρι όπου σαπίζουν
χιλιάδες ανείπωτα λόγια.
(Πυλάδης)

Το ρόλο μας τον διαλέξαμε οι ίδιοι εμείς – την πρώτη μέρα
που διστάσαμε να πάρουμε μια απόφαση ή που σταθήκαμε εύκολοι
σε μιαν αναβολή. 

 

Ασφαλής κατεύθυνση

Κι επειδή τα οικονομικά μου πήγαιναν όλο και στο
χειρότερο, άρχισα να γίνομαι εφευρετικός: κατέβαινα,
λόγου χάρη, στο υπόγειο όπου βρισκόταν ένα παλιό
χαλασμένο ρολόι, το έβαζα στην πιο κρίσιμη ώρα και
περίμενα – κι ας είναι ευλογημένο τ` όνομα του Θεού, ποτέ
δεν έπεσα έξω, ύστερα, υπερήφανος, πήγαινα στο οινομαγειρείο,
όπου ο ατμός απ` τις κατσαρόλες με γέμιζε
θρησκευτικές σκέψεις, συνωστιζόταν ο φτωχόκοσμος, μέθυσοι
με ποδοπατημένα καπέλα, λόγια χιλιοειπωμένα, σαν
τις εποχές, ώσπου, τέλος, πιωμένος, έπαιρνα από πίσω
κάποιον απ` τους νεκρούς μου κι έτσι έβρισκα πάντα το
σπίτι μου…

Επιμέλεια Ελένης Αλεξοπούλου

klik.gr

(90)