του ΑΛΦΟΝΣΟ ΡΕΓΙΕΣ
Κάθε ποίημα απολήγει σε μιαν ιστορική – στην ευρυτέραν έννοια του όρου – μαρτυρία, λόγω του στοιχείου που απεκάλεσα κάποτε «ελάχιστον όριο πραγματικότητος», δηλαδή του καταλοίπου της πραγματικότητος το οποίο φέρει μοιραίως εντός του κάθε δημιούργημα της φαντασίας. Εν τούτοις, το μυστικό της υπεροχής ή της ειδικής ποιότητος του ποιήματος δεν έγκειται εις αυτό το στοιχείο. Γνωρίζω ένα ποιητή, η αξιολόγησις του οποίου επεχειρήθη χωρίς να ληφθή υπ’ όψιν η ομορφιά που μπορεί να ενυπάρχη ή όχι στους στίχους του.
Ο κριτικός εχρησιμοποίησε εν προκειμένω ένα σήστρο με μεγάλες – χρίς αμφιβολία – οπές, με αποτέλεσμα να διαφύγη όλη η ουσία, όλος ο χρυσός, και να παραμείνουν μόνο τα αναπόφευκτα κατακάθια, δηλαδή οι παρεμπίπτουσες ή συμπτωματικές αναφορές στο ένα ή το άλλο σύγχρονο γεγονός, στην μία ή την άλλη, ξένη προς το πνεύμα, περίσταση ή συγκυρία, με δυό λόγια εις ότι δεν ήτο – και δεν είναι – δυνατόν να διαχυθή στον αιθέρα της ποιήσεως. Γνωρίζω επίσης ένα ποιητή, ο οποίος είπε σε κάποιον άλλον: «δεν θα γίνης ποτέ δημοφιλής, επειδή δεν απευθύνεσαι σε μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη», ενώ θα έπρεπε να ειπή «επειδή ο κόσμος στον οποίον ζης δεν ανταποκρίνεται στην παιδεία, στην γλώσσα, στα ποιητικά ενδιαφέροντα σου». Η πρώτη αιτιολογία οδηγεί σχεδόν σε μιαν αποτυχία, η Δευτέρα εγείρει μιαν υποψίαν ηρωικότητος.
Είναι πολύ σύνηθες να κρίνεται η ποίησις από μία μη ποιητική, ακόμη και αντιποιητική, οπτική γωνία. Η κριτική της Αρχαίας Ελλάδας υπέφερε από αυτήν την πληγή, εάν η κριτική αυτή μπορεί να νοηθή υπό την σημερινήν έννοια της. Οι φιλόσοφοι αναφέρονται προς την ποίηση. Αυτό όμως σήμερα γίνεται καθημερινώς, όλοι δε υποφέρουν – και υποφέρουμε – από το γεγονός ότι επιχειρείται η μέτρησις των στίχων με ετερογενείς μονάδες μετρήσεως, με τον ίδιο τρόπο κατά τον οποίον θα εμετρώντο η απόστασις δια κιλών, η ηλεκτρική ενέργεια δια μέτρων, οι γεύσεις δια του μήκους των ηχητικών κυμάτων, η ποίησις δια της πολιτικής. Αυτό είναι αποτέλεσμα μια εκτροπής, η οποία δεν γνωρίζει κανείς, μήπως υποκρύπτει μιαν έλλειψη διανοητικής ισορροπίας.
Η ποίησις δεν είναι μια διατριβή περί λογικής ή μια κραυγή πόνου. Είναι μια έκφρασις δόγαμτος, η οποία επιδέχεται αντίλογο, επειδή η ανθρώπινη φύσις είναι αντιφατική. Όλη η ποίησις είναι περιστασιακή, λέγει ο Goethe.Έτσι, το ταπεινό ποιητικό έργο μου θα παρεποιείτο, εάν δεν εκρίνετο επι τη βάσει της ημερομηνίας κάθε ποιήματος. Ούτε η ψυχή, ούτε η ημέρα έχουν τον ίδιο φωτισμό κατά την διάρκεια του 24ώρου. Και ο ποιητής έχει καθήκον να διαιωνίσει την αναλογία φωτός και σκιάς η οποία πέφτει επάνω της. Όταν ο ποιητής λέγει «ευχάριστο βράδυ» ή «θλιβερή νύκτα», δεν εννοεί ότι όλα τα βράδια του υπήρξαν ή του εφάνησαν ωραία, ή ότι όλες ανεξαιρέτως οι νύκτες του είναι θλιβερές.

(2)