Πέτυχα τον Θάνο Μικρούτσικο σε μια στιγμή μεγάλου φόρτου εργασίας, τόσο επειδή είχε πρόσφατα κυκλοφορήσει ένα δίσκο με παλαιότερα μεν, αλλά σημαντικά έργα του (το «Στον Δρόμο Για Τις Βρυξέλλες» από την Μικρή Άρκτο) όσο γιατί ήταν σε εξέλιξη οι πρόβες για την παράσταση «Ταξίδι Στον Σταυρό Του Νότου» με θέμα τα τραγούδια του σε ποίηση Νίκου Καββαδία (που ήδη παίζεται στο θέατρο Badminton). Λαλίστατος, όπως πάντα, μίλησε για αυτά τα δύο project αλλά και για αρκετά ακόμα πράγματα. Και όπως συνήθως ο λόγος του, ίσως και προκλητικός κάποιες φορές, προβληματίζει, ακόμα και εκείνους που δεν συμφωνούν μαζί του.

Πώς και κυκλοφόρησες μετά από τόσα χρόνια αυτά τα δύο έργα; 

Δεν λες πάλι καλά που κυκλοφόρησαν… Και αυτό οφείλεται στον Παρασκευά Καρασούλο και σε όλη την ομάδα της Μικρής Άρκτου. Τους αξίζουν συγχαρητήρια, κάθε έπαινος γιατί σε εποχές τέτοιας κρίσης και με την δισκογραφία ανύπαρκτη πλέον τολμούν να κυκλοφορούν μουσική αυτού του είδους και μάλιστα σε μια έκδοση σπάνιας ποιότητας, ένα εξαιρετικής αισθητικής βιβλίο εκατό σελίδων. Πραγματικά αν θέλω να πάει όσο γίνεται καλύτερα αυτό το CD δεν είναι για εμένα όσο για εκείνους και την προσπάθεια τους να κρατήσουν όρθια κάποια πράγματα όταν όλα γύρω μας σαρώνονται!

Με τα όσα – καθόλου ευχάριστα- συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό στην ΕΕ και γενικότερα στην Ευρώπη βρίσκω πολύ ενδιαφέροντα και πολυσήμαντο, ίσως ακόμα και προφητικό τον τίτλο… «Στον Δρόμο Για Τις Βρυξέλλες», δηλαδή την έδρα της ΕΕ.

Ενδιαφέρουσα μεν η παρατήρηση σου αλλά εγώ δεν τον έβαλα έχοντας καθόλου αυτό κατά νου! (γέλια) Ο τίτλος αναφέρεται σε μιαν από τις σημαντικότερες περιόδους της ζωής μου και επίσης μιαν από τις πιο παραγωγικές –ποσοτικά όσο και ουσιαστικά – από μουσικής πλευράς. Το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’80 κατά βάση ζούσα στις Βρυξέλλες, ερχόμουν μεν στην Ελλάδα όταν εργαζόμουν πάνω σε πράγματα που θα γίνονταν εδώ αλλά επέστρεφα εκεί το συντομότερο δυνατό. Υπήρχαν αρκετοί λόγοι για αυτό αλλά ο κυριότερος ήταν η γνωριμία και η συνεργασία μου με τον Henri Ronse. Αυτός ο Βέλγος δεν ήταν απλά ένας πολύ σπουδαίος θεατρικός σκηνοθέτης αλλά και ένας φωτισμένος άνθρωπος με αληθινή παιδεία, γνώριζε πάρα πολλά όχι μόνο για την λογοτεχνία και την ποίηση αλλά ακόμα και την μουσική.

Χάρη στον Ronse ήρθα και πάλι σε επαφή με πράγματα που γνώριζα και αγαπούσα ήδη από την νεότητα μου, ολόκληρη την ευρωπαϊκή δημιουργική πρωτοπορία αλλά με έναν διαφορετικό, πιο ώριμο τρόπο που με βοήθησε να την κατανοήσω σε βάθος και πολύ καλύτερα.

 

Ανάμεσα στις αρκετές παραστάσεις που ανέβασε λοιπόν ο Ronse στο Εθνικό Θέατρο των Βρυξελλών για τις οποίες έγραψα την μουσική είναι και αυτές οι δύο με κείμενα του επίσης Βέλγου συγγραφέα Paul Willems, αντίστοιχα το 1983 και ’84 που μάλιστα γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Με βάση την μουσική μου για αυτές έγραψα στη συνέχεια δύο αυτόνομα έργα. Το «Νύχτα Με Σκιές Χρωματιστές» κατά μιαν έννοια συνεχίζει αυτό που ξεκίνησα σε παλαιότερα έργα μου όπως το «Κιγκλίδωμα I» και «Ευριπίδης IV», δηλαδή ατονικά ορχηστρικά μέρη και τραγούδια γραμμένα στο τονικό σύστημα. Στον δίσκο ακούγεται με τους ίδιους εκτελεστές της αυθεντικής μορφής του, δηλαδή την σοπράνο Irène Jarsky και το κουαρτέτο εγχόρδων Razumowsky. Είμαι ευτυχής που συνεργάστηκα μαζί με την Irène Jarsky η οποία μαζί με την Αμερικανίδα Cathy Berberian ήταν οι κορυφαίες ίσως λυρικές ερμηνεύτριες του τέλους του εικοστού αιώνα.

Το άλλο έργο, το «Βαρνά», είναι σαφώς πιο εξελιγμένο, το ολοκλήρωσα άλλωστε δέκα χρόνια μετά το προηγούμενο. Είναι γραμμένο για μέτζο σοπράνο, ορχήστρα εγχόρδων, πιάνο/τσέμπαλο και κρουστά. Η συνύπαρξη πιάνου και τσέμπαλου προβλέπεται ώστε να μπορεί το πρώτο να υποκαθιστά το δεύτερο που δεν υπάρχει σε πολλούς συναυλιακούς χώρους αλλά στην πραγματικότητα το τσέμπαλο χρησιμοποιείται στο τελευταίο τραγούδι ακριβώς γιατί αυτό παραπέμπει συνειδητά στο ύφος του Πουτσίνι ο οποίος επίσης το χρησιμοποιούσε πολύ. Θεωρώ πάντως ότι αυτή η ζωντανή εκτέλεση του «Βαρνά» από την Σόνια Θεοδωρίδου και την Καμεράτα Ορχήστρα Φίλων Της Μουσικής υπό την διεύθυνση του Αλέξανδρου Μυράτ είναι πολύ καλή γι’ αυτό εξάλλου και την συμπεριέλαβα στον δίσκο.

Την εποχή που έγραφες αυτά τα έργα το λεγόμενο «ευρωπαϊκό όραμα» είχε μόλις αρχίσει να σχηματοποιείται. Σήμερα έχει αποτύχει ή έστω βρίσκεται σε παρακμή;

Το ευρωπαϊκό όραμα δεν έχει απλά αποτύχει, έχει εξαφανιστεί και την θέση του έχει πάρει μια βαρβαρότητα. Είναι η βαρβαρότητα του νεοφιλελευθερισμού, η αποτίμηση των πάντων σε χρήμα που ξεκινούσε τότε από την Αγγλία της Θάτσερ και αργά αλλά σταθερά κυρίεψε όλη την Ευρώπη με την εκλογή κυβερνήσεων που την επέβαλλαν. Και η βαρβαρότητα αυτή έχει πάρα πολλές πλευρές και εκφάνσεις, μέρη της είναι το πως αντιμετωπίζει η Ευρώπη τους πρόσφυγες, η τρομοκρατική επίθεση στο Παρίσι αλλά φυσικά και η άνοδος της Λεπέν και των ομοειδών της στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Και βέβαια όλες αυτές οι πλευρές συνδέονται μεταξύ τους…

Αν και οι περισσότεροι σε ξέρουν και σε αγαπούν για τα τραγούδια σου εγώ προτιμώ πολύ περισσότερο έργα σου σαν τα δύο που υπάρχουν σε αυτό το CD… Μου λείπουν τα τελευταία χρόνια. Γιατί δεν γράφεις πια τέτοια;

Αλλο το τι γράφω και άλλο το τι δισκογραφείται, ποιος σου είπε λοιπόν ότι δεν γράφω; Μόνον αυτό τον καιρό εργάζομαι σε ένα έργο για κρουστά και ένα άλλο για δύο κλαρινέτα… Το θέμα είναι αν και πότε θα δισκογραφηθούν και το πόσοι θα τα αγοράσουν τότε. Υπάρχει ένα περίεργο φαινόμενο, όχι μόνο με την κρίση αλλά και πριν. Αρχές της δεκαετίας του ’00 έκανα έναν δίσκο με ορχηστρικά κομμάτια και είχα την ιδέα να φωνάξω την Κική Δημουλά που ήταν τότε πολύ περισσότερα στα επάνω της από σήμερα να διαβάσει μερικά ποιήματα της πάνω από την μουσική. Την ίδια εποχή εξέδωσε μια ποιητική συλλογή που φυσικά περιείχε άγνωστα ακόμα ποιήματα αντίθετα με αυτά που διάβαζε στον δίσκο και ήταν από τα γνωστότερα της. Ε, λοιπόν ο δίσκος δεν πούλησε ούτε το ένα πέμπτο των αντιτύπων του βιβλίου!

Υπάρχει ένα κοινό στην Ελλάδα γύρω στις πενήντα χιλιάδες, το δείχνουν οι συναυλίες στο Μέγαρο Μουσικής στις καλές εποχές του και άλλες στατιστικές, που μπορεί να ακούσει και να εκτιμήσει τέτοιοι είδους έργα. Γιατί λοιπόν οι δίσκοι που τα περιέχουν δεν πουλούν ούτε στο ελάχιστο αντίστοιχα; Είναι κάτι που πρέπει να αναλυθεί και να μελετηθεί κάποια στιγμή… Φυσικά είναι μόνο μία παράμετρος στο πλαίσιο του γενικότερου οικονομικού στραγγαλισμού που υφίσταται όχι μόνον η καταρρεύσασα δισκογραφία και η μουσική αλλά συνολικά ο πολιτισμός από την νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητα που προανέφερα. Αυτό ξεκίνησε από την υπόλοιπη Ευρώπη και, με μια καθυστέρηση όπως συνήθως, έφτασε και συμβαίνει πια και στην χώρα μας…

Για την Ελλάδα μάλιστα έχω αρχίσει πλέον να σκέφτομαι μήπως αυτό εξυπηρετεί και ένα σχέδιο των νεοφιλελεύθερων ελίτ να την εκμηδενίσουν, να την ισοπεδώσουν εξαφανίζοντας εκείνους ακριβώς τους πνευματικούς και δημιουργικούς ανθρώπους που ξεχωρίζουν.

Να πάμε στην παράσταση στο θέατρο Badminton, ήταν δική σου ιδέα ή του Θέμη Μουμουλίδη;
Η αρχική ιδέα ήταν μια παράσταση με τον τίτλο «Ταξίδι Στο Σταυρό Του Νότου» που πραγματοποίησα το ’11 στο Μέγαρο Μουσικής αλλά φυσικά ο Θέμης Μουμουλίδης την άλλαξε πάρα πολύ, έκανε μια εντελώς νέα δραματουργική επεξεργασία και το τελικό αποτέλεσμα είναι η δική του και μόνη άποψη. Το έχει κάνει άλλωστε αυτό και αρκετές άλλες φορές στο παρελθόν με άλλους ποιητές, είναι ο μόνος ίσως που το ξέρει και το μπορεί και για αυτό δεν θα εμπιστευόμουν κανέναν άλλο για να το κάνει. Τα τραγούδια είναι σαφώς μέρος του συνόλου της παράστασης, οι ερμηνευτές είναι μέλη του θιάσου όπως και οι ηθοποιοί και όσο για εμένα τον ίδιο θα έλεγα πως ταυτόχρονα είμαι και δεν είμαι. Στο πρώτο μέρος δηλαδή, ως Θάνος, είμαι και εγώ ένας ηθοποιός σαν τους άλλους, υποδύομαι έναν πλανόδιο μουσικό. Στο δεύτερο όμως που κατεβαίνω στο πιτ ανάμεσα στην ορχήστρα για να την διευθύνω γίνομαι πια ο μουσικός Μικρούτσικος.

Μετά από τόσες φορές που έχουν παρουσιαστεί ζωντανά αυτά τα τραγούδια εξακολουθείς να έχεις το ίδιο κέφι παίζοντας τα;

Αν επρόκειτο για οποιαδήποτε άλλα θα σου έλεγα όχι και αυτό είναι ένα πρόβλημα που το γνωρίζουμε πολύ καλά και εγώ και άλλοι συνθέτες, το πως πρέπει δηλαδή να βρίσκουμε τρόπους για να ανανεώνουμε το ενδιαφέρον μας παίζοντας ξανά και ξανά κάποια τραγούδια επειδή ο κόσμος θέλει να τα ακούει. Με αυτά του Καββαδία όμως συμβαίνει κάτι παράξενο, κάθε φορά που τα παίζουμε είναι σαν κάτι να αλλάζει, όχι οι μελωδίες αν και αυτό ακόμα έχει συμβεί σε ένα βαθμό σε κάποια αλλά οι αρμονίες, οι ενορχηστρώσεις, ως και οι ρυθμοί κάπου. Δεν είναι ότι το επιδιώκω εγώ, τα ίδια τα τραγούδια είναι σα να επιμένουν να μεταλλάσσονται, να εξελίσσονται συνέχεια…

Και είναι αυτό ακριβώς το στοιχείο, της συνεχούς έσωθεν αλλαγή τους από κοινού βέβαια με την γοητεία της ποίησης του Καββαδία – που προσωπικά την εντοπίζω στον συμβολισμό της αέναης φυγής την οποία εμπεριέχει η έννοια του ατελείωτου ταξιδιού και διαμέσου αυτής η υπόσχεση της δυνατότητας μιας αλλαγής των πάντων – εκείνα που τα κάνουν διαχρονικά τόσο αγαπητά στους εκάστοτε νέους. Εκείνα δηλαδή που κάνουν τόσες γενεές, η μία μετά την άλλη, να τα ανακαλύπτουν εκ νέου και κάθε μία να αισθάνεται ότι είναι μόνον δικά της, όπως ακριβώς και η προηγούμενη…

Πηγή: www.musicpaper.gr

(14)