p>Στο πλαίσιο μιας εκδήλωσης που είχα την τιμή να συμμετέχω πρόσφατα είχε ζητηθεί από καθέναν από τους συμμετέχοντες να επιλέξει ένα και μόνο ελληνικό τραγούδι, όχι απαραίτητα αυτό που θεωρούσε καλύτερο όλων αλλά εκείνο που σήμαινε για οποιονδήποτε λόγο περισσότερα για αυτόν. Τα τραγούδια αυτά διάνθισαν εκείνο το βράδυ τις ομιλίες ερμηνευμένα από τον Γιώργο Φλωράκη με την συνοδεία στο πιάνο του Γιώργου Παπαχριστούδη (άψογοι κατά γενική ομολογία αμφότεροι, ας το σημειώσω με την ευκαιρία).

Οι μισοί λοιπόν από τους συμμετέχοντες, τέσσερις δηλαδή, είχαμε επιλέξει τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι, «Μητέρα Και Αδερφή» ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, «Ο Ταχυδρόμος Πέθανε» ο Γιώργος Ανδρέου, «Εφτά Τραγούδια Θα Σου Πω» ο ποιητής Γιώργος Μπλάνας και «Η Μπαλάντα Των Αισθήσεων Και Των Παραισθήσεων» εγώ. Ο Νίκος Ξυδάκης επέλεξε το «Αύριο Πάλι» του Δήμου Μούτση, ο ραδιοφωνικός παραγωγός Γιώργος Τσάμπρας το «Θα Κλείσω Τα Μάτια» του Ακη Πάνου, ο διευθυντής του Μελωδία FM Δημήτρης Βραχνός το «Χωρίσαμε Ενα Δειλινό» του Βασίλη Τσιτσάνη και…παρατηρείτε μήπως μια πολύ «ηχηρή» απουσία από τις μέχρι τώρα επιλογές;

Εννοώ φυσικά του Μίκη Θεοδωράκη ο οποίος προστέθηκε κυριολεκτικά  την τελευταία στιγμή και ως η πιο απρόσμενη κατά τη γνώμη μου, από τον Χρήστο Νικολόπουλο του «Όμορφη Πόλη». Αν με ρωτούσε κάποιος μισή ώρα ακόμα πριν την έναρξη της εκδήλωσης θα του έλεγα ότι ενστικτωδώς πίστευα ότι τουλάχιστον τρεις από τους συμμετέχοντες θα επέλεγαν δικά του τραγούδια, ένας ή δύο το πολύ του Χατζιδάκι και οι υπόλοιποι άλλων δημιουργών. Στην πράξη όμως αποδείχθηκε ότι η αυθόρμητη πρόβλεψη μου όχι απλά διαψεύσθηκε αλλά κυριολεκτικά ανατράπηκε υπέρ του Χατζιδάκι.

Ξεκίνησα λοιπόν να σκέφτομαι διεξοδικά και από κάθε πλευρά αυτό το γεγονός, αρχίζοντας από την ίδια τν λαθεμένη πρόβλεψη μου και νομίζω ότι πλέον κατέληξα σε κάποια  ασφαλή και, κατά την άποψη μου, ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Και τα συμπεράσματα αυτά δεν αφορούν στο μουσικό μέγεθος των δύο κορυφαίων της ελληνικής μουσικής, ποιος από τους δύο ήταν ο μεγαλύτερος ή ο σημαντικότερος συνθέτης αλά σε κάτι άλλο.

Το πρώτο άλλωστε από αυτά τα συμπεράσματα είναι ότι οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, από τους οκτώ συμμετέχοντες σε εκείνη την συζήτηση – με πρώτο φυσικά εμένα τον ίδιο καθώς προφανώς γνωρίζω τον εαυτό μου περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο – δεν επιλέξαμε τραγούδι με μουσικά κριτήρια, στο μεγαλύτερο βαθμό ούτε καν συναισθηματικά. Αλλο ήταν το βασικό μας κριτήριο και δεν σχετίζεται καθόλου με την μουσική αξία καθενός αλλά με μιαν άλλη παράμετρο της, έστω και υποσυνείδητης, σύγκρισης που όλοι κάνουμε ανάμεσα στους Θεοδωράκη – Χατζιδάκι.

Η παράμετρος αυτή δεν είναι άλλη από το διαχρονικό «αποτύπωμα» που άφησαν αμφότεροι στην ελληνική κοινωνία και τον πολιτισμό της, ένα «αποτύπωμα» που εξαρτάται φυσικά και από το μουσικό τους έργο αλλά πολύ περισσότερο από την παρουσία και τις πράξεις τους – και όχι τόσο από τα λόγια τους καθώς η συνέπεια καθενός σε αυτά μπορεί και οφείλει να επανεξετάζεται συνεχώς – στην δημόσια ζωή. Και πάνω σε αυτό θα αρχίσω με μιαν ερώτηση, πέραν από πολύ συγκεκριμένους μουσικούς και συγκεκριμένους επίσης ερμηνευτές που μιλούν με δέος (προσοχή στην λέξη!) για αυτόν μπορείτε να θυμηθείτε αληθινούς, ισότιμους συνεργάτες του Μίκη Θεοδωράκη; Ακόμα και από τους ποιητές που μελοποίησε ο Γιώργος Σεφέρης ουσιαστικά δεν ικανοποιήθηκε καν από τον τρόπο που προσέγγισε τα ποιήματα του ο συνθέτης, η επαφή του με τον Νίκο Γκάτσο πιθανότατα έγινε μέσω Χατζιδάκι ενώ ακόμα και ο Οδυσσέας Ελύτης ή και περισσότερο ο Γιάννης Ρίτσος δεν συνδέθηκαν ποτέ μαζί του με μιαν έστω και τυπική φιλική σχέση, παρέμειναν πάντα απλά οι ποιητές που μελοποίησε κείμενα τους, γεγονός που – ειδικά στην περίπτωση του Ελύτη – θεωρείται από πολλούς ότι είναι και η αιτία που αναγνωρίστηκε το δικό τους έργο.

Με μια κουβέντα, δεν υπήρξε ποτέ μια ομάδα ανθρώπων γύρω ή έστω υπό τον Θεοδωράκη. Πάντα ήταν μόνος του, εκεί ψηλά, στον κολοφώνα του μεγαλείου του…

 

Και για το τελευταίο δεν μπορώ να μην θυμηθώ το αρκετά σαρκαστικό σχόλιο που είχα ακούσει, σε αρκετά στενό κύκλο και σε ανύποπτο χρόνο, δεκαετίες πριν από έναν σπουδαίο πνευματικό άνθρωπο που δεν ζει πλέον και για αυτό δεν θα αποκαλύψω το όνομα του: «Ακόμα και αν ήμασταν όλοι τόσο άμουσοι ώστε να μην έχουμε αντιληφθεί το μεγαλείο του Μίκη, μην πω και στην περίπτωση που αυτό δεν υπήρχε καν, θα το γνωρίζαμε όσο και τώρα…Γιατί θα φρόντιζε να το μάθουμε ή ακόμα και να το ανακαλύψουμε εκ του μη όντος και θα μας το επέβαλλε, έστω και με το ζόρι, ο ίδιος»!

Ας δούμε αντίστοιχα τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Χατζιδάκι που καταρχήν μπορεί μεν φυσικά να μην εξορίστηκε μετά τον εμφύλιο πόλεμο αφού δεν ήταν αριστερός αλλά αντιστάθηκε με όποιον τρόπο μπορούσε στην χούντα, τουλάχιστον εξίσου με τον Θεοδωράκη, όμως το ότι επέλεξε εξαρχής την αυτοεξορία για να το κάνει και έτσι δεν συνελήφθη και φυλακίστηκε όπως εκείνος κάνει το πολύ σημαντικό αυτό γεγονός της ζωής και της πολιτείας του να έχει ξεχαστεί, σχεδόν να αγνοείται ή έστω να παραγνωρίζεται ακόμα και από τους βιογράφους του. Τον Χατζιδάκι που, με την ευκαιρία, άφησε πίσω του πολλά κείμενα πάνω σε θέματα αισθητικής, πολιτικής και αρκετά άλλα, όχι όμως και έστω μιαν απόπειρα αυτοβιογραφίας του, ακόμα και οι βιογραφίες του διά χειρός άλλων είναι ελάχιστες.

Αντίθετα ο Θεοδωράκης θα αφήσει πίσω του πολλά άκρως αυτοαναφορικά κείμενα και μιαν αυτοβιογραφία, συν αρκετές ακόμα από άλλους, ακόμα και ένα θεατρικό μιούζικαλ με θέμα τον ίδιο («Ποιος Την Ζωή Μου»). Τέλος ο Χατζιδάκις, αν και στενός φίλος του τότε ακόμα  απόλυτου κυρίαρχου του πολιτικού παιχνιδιού Κωνσταντίνου Καραμανλή, δεν πολιτεύθηκε ποτέ, σε αντίθεση με τον Θεοδωράκη που το έκανε περισσότερες από μια φορές και με διαφορετικά κόμματα, ούτε φυσικά του πέρασε ποτέ από το νου να σχηματίσει έναν έστω άτυπο πολιτικό φορέα και όχι κανονικό κόμμα όπως η Σπίθα του τελευταίου.

Πιστεύω όμως ότι αυτό που πάνω από όλα πέρασε στην ελληνική κοινωνία και ιδίως σε όσους έχουμε μια στενότερη ή και επαγγελματική με διαφόρους τρόπους σχέση με την μουσική είναι ότι, αντίθετα με την, απόλυτη και άνευ εξαιρέσεων, «αρχή του ενός» που πρέσβευε ο Θεοδωράκης ο Χατζιδάκις ανέκαθεν ήταν και γινόταν όλο και περισσότερο στο πέρασμα του χρόνου άνθρωπος της ομάδας. Αυτό εκφράστηκε καταρχήν με τον ευρύτατο προσωπικό του κύκλο που ξεκινούσε φυσικά από τον κυριολεκτικά και εφ’ όλης της ύλης συνοδοιπόρο του και επιστήθιο φίλο του Ν. Γκάτσο και έφτανε μέχρι τον ζωγράφο Γιάννη Μόραλη που ήταν υπεύθυνος για τα εξώφυλλα των περισσότερων δίσκων του αλλά και τον Ελύτη και αρκετούς ακόμα πνευματικούς ανθρώπους της εποχής περιλαμβάνοντας βέβαια και την Μελίνα Μερκούρη και τον Ζιλ Ντασέν.

Πολύ περισσότερο όμως φάνηκε αυτό αργότερα όταν, με επίκεντρο κυρίως το Τρίτο Πρόγραμμα την εποχή που το διηύθυνε και στη συνέχεια με την ίδρυση της δισκογραφικής του εταιρείας Σείριος, σχηματίστηκε πολύ σύντομα γύρω του ένας άλλος κύκλος αρκετά ή και πολύ νεότερων του ανθρώπων οι οποίοι συνεργάστηκαν μαζί του με έναν ή περισσότερους τρόπους. Ο κύκλος αυτός ξεκινούσε φυσικά με μουσικούς, πιο συγκεκριμένα συνθέτες όπως ο ίδιος, πρώτιστα τους αμεσότατους συνεργάτες του Γιώργο Κουρουπό και Νίκο Κυπουργό, στη συνέχεια τους Δημήτρη Μαραγκόπουλο και Λένα Πλάτωνος που μαζί με τον τελευταίο υπέγραφαν την μουσική των τραγουδιών της «Λιλιπούπολης» αλλά ακόμα και την Ελένη Καραϊνδρου σε ένα βαθμό και έφτανε μέχρι ερμηνευτές όπως ο βαρύτονος και σπουδαιότερος ερευνητής των δυνατοτήτων της ανθρώπινης φωνής στην Ελλάδα Σπύρος Σακκάς.

Πέραν από αυτόν υπήρχε και ένας ευρύτερος ομόκεντρος κύκλος μη μουσικών όπως η Ρεγγίνα Καπετανάκη που εμπνεύστηκε την «Λιλιπούπολη» και έγραφε τα πεζά κείμενα της αφού οι στίχοι των τραγουδιών, ως γνωστόν, ήταν της Μαριανίνας Κριεζή, ο επί πολλά χρόνια παραγωγός της ΕΡΤ και, μετά το προσωρινό ευτυχώς κλείσιμο της, ιδρυτής του Μετα-Δεύτερου Γιώργος Μητρόπουλος και βέβαια ο Άρης Δαβαράκης που διέξοδο στην στιχουργική πλευρά της γραφής του έδωσε για πρώτη φορά ο Χατζιδάκις. Στις παρυφές όμως αυτών των δύο κύκλων υπήρχαν αρκετοί ακόμα όπως για παράδειγμα οι συμμετέχοντες στην εκδήλωση του Ελληνικού Σχεδίου Δ. Παπαδημητρίου και Γ. Ανδρέου αλλά ακόμα και ο Φοίβος Δεληβοριάς που ο Μάνος Χατζιδάκις του έδωσε την ευκαιρία, κόντρα σε κάθε προηγούμενο αλλά και λογική της εποχής, να κυκλοφορήσει τον πρώτο του δίσκο στον Σείριο σε ηλικία μόλις δέκα έξι ετών!

Η σχέση των περισσότερων από αυτούς και αρκετών ακόμα με τον Χατζιδάκι μπορεί να ξεκινούσε ως «μαθητείας» αλλά, αργά ή γρήγορα, γινόταν ισότιμης συνεργασίας. Ποτέ μα ποτέ όμως δεν ήταν αυτή του ηγέτη και των «υποτακτικών» ή ακόμα και των ακολούθων του, ο Χατζιδάκις δεν ήθελε γύρω του «αυλή» αλλά έναν όσο ευρύτερο ήταν δυνατό κύκλο δημιουργικών ανθρώπων με τους οποίους συνεργαζόταν και, όταν μπορούσε, τους έδινε και ευκαιρίες για να προχωρήσουν μόνοι τους παρακάτω.

 

Οχι μόνο δεν το επιδίωξε αλλά δεν τον ενδιέφερε καν να είναι «αρχηγός», ως το κεντρικό πρόσωπο αυτής της πολυάριθμης ομάδας αυτονόητα ήταν απλά «πρώτος μεταξύ ίσων». Γι’ αυτό και για όλους αυτούς ήταν πάντα «ο Μάνος», το πολύ «ο κύριος Μάνος» και ούτε καν ο κύριος Χατζιδάκις…αντίθετα με τον Μικη Θεοδωράκη που πάντα και για όλους ήταν αυτό, ολόκληρο το ονοματεπώνυμο του και δίχως κανέναν προσδιορισμό ή χαρακτηρισμό μπροστά, κάτι σαν ιδιότυπο brandname της νεοελληνικής πνευματικής ζωής.

Και αυτό φαίνεται και από το ότι όλοι τους, τόσο μετά τον θάνατο του όσο και εφέτος, με αφορμή τα ενενήντα χρόνια από την γέννηση του, τον θυμήθηκαν και μίλησαν για εκείνον με σεβασμό, τιμή και αγάπη αλλά ποτέ και για κανένα λόγο με δέος. Γιατί, επί της ουσίας, ο Μάνος Χατζιδάκις δεν ζήτησε ποτέ τίποτα και από κανέναν, ούτε καν την αναγνώριση, είναι χαρακτηριστικό ότι θεωρούσε το «Τα Παιδιά Του Πειραιά» που του χάρισε το Όσκαρ ένα από τα χειρότερα τραγούδια του και κατέληξε να το αντιπαθεί σφόδρα. Το μόνο που ήθελε ήταν το δικαίωμα να κάνει την μουσική του όπως εκείνος ήθελε, το κέρδισε από πολύ νωρίς και μετά από αυτό αδιαφόρησε για τα πάντα, ακόμα και για την υστεροφημία του. Άφησε αυτή να κριθεί από την αξία και την σημασία του έργου του και βέβαια η Ιστορία τον δικαίωσε και με το παραπάνω, ακόμα περισσότερο από όταν ζούσε.

Εν ολίγοις ο Χατζιδάκις απέφυγε συνειδητά να γίνει σύμβολο του οποιουδήποτε και για οποιονδήποτε, πριν από όλα γιατί απεχθανόταν βαθύτατα τα κάθε είδους σύμβολα, όπως άλλωστε και οτιδήποτε αγελαίο.

 

Γι’ αυτό και κανείς ποτέ, ούτε όσο ζούσε ούτε ακόμα μετά τον θάνατο του, δεν τόλμησε να αποπειραθεί έστω να τον αναγάγει σε τέτοιο. Το – περισσότερο ή λιγότερο υπερβολικό ή ακόμα και υποκριτικό σε μερικές περιπτώσεις – πένθος που εκφράστηκε με όσα ειπώθηκαν και γράφτηκαν μετά το τόσο πρόωρο τέλος της ζωής του το ’94 ήταν μόνο για τον δημιουργό και τον άνθρωπο και όχι για κάποιο «σύμβολο».

 

Ας σκεφτούμε τώρα για μια στιγμή τι θα συμβεί όταν κάποτε φτάσει (όσο αργότερα φυσικά είναι δυνατόν, αυτονόητη η ευχή) η στιγμή του θανάτου του μέγα Μίκη Θεοδωράκη. Πάρα πολλοί και από πάρα πολλές πλευρές, περισσότερο ίσως ακόμα και από το να πενθήσουν τον δημιουργό και τον άνθρωπο, θα διεκδικήσουν το σύμβολο που ακούει στο όνομα Μικης Θεοδωράκης.

Περισσότερο βέβαια από οποιονδήποτε άλλον ένας ολόκληρος πολιτικός χώρος, με τις αναρίθμητες πλέον αποχρώσεις και υποδιαιρέσεις του. Ενας πολιτικός χώρος που όχι τόσο για την αξία της μουσικής του, σε μερικές περιπτώσεις δίχως καν να κατανοεί την τελευταία αλλά μόνο και μόνο για το ύφος αλλά και το ήθος, ακόμα και την αισθητική, που επέβαλλε ειδικά τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια ο Μ. Θεοδωράκης και τότε όχι απλά ταίριαζαν με τα αντίστοιχα αλλά και εξυπηρετούσαν τους σκοπούς του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου τον έχει αναγάγει στην κυριολεξία σε…τοτέμ του.

Και η συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι στα τοτέμ ανέκαθεν ήταν άκριτη, με ελάχιστη ή καθόλου λογική και βασισμένη μόνο στο ένστικτο. Για αυτό και ο συγκεκριμένος πολιτικός χώρος έχει ήδη λησμονήσει τις πάρα πολλές ιδεολογικές, πολιτικές και πρακτικές ακόμα επιλογές στην μακρόχρονη πορεία του Μίκη Θεοδωράκη που ήταν πολύ ή κατάφωρα ενάντιες στην δική του ηθική, αξίες, ακόμα και συμφέροντα. Και όταν θα φτάσει η στιγμή που εκείνος θα εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο κόσμο δεν θα τις δικαιώσει απλά όπως είθισται να λέγεται για τους αποβιώσαντες αλλά αναμφίβολα θα προσπαθήσει και να τις διαγράψει, από το συλλογικό συνειδητό και, ει δυνατόν, από την Ιστορία.

Γιατί οι μεν δημιουργοί, οι συνθέτες έχουν αξία η οποία κρίνεται αντικειμενικά σε βάθος χρόνου από το κοινό και τελικά την Ιστορία, τα τοτέμ όμως νοηματοδοτούνται και άρα τους προσδίδεται η όποια αξία  τους από αυτούς που τα έστησαν. Και ο πολιτικός αυτός χώρος έχει προσδώσει πολύ μεγάλη αξία, έχει επενδύσει πάρα πολλά στο συγκεκριμένο τοτέμ για να μην την εξαργυρώσει μιαν ύστατη έστω φορά και για αυτό περισσότερο από κάθε άλλη…

Ναι, ο συγκεκριμένος πολιτικός χώρος – συνολικά και πέραν από πρόσωπα – εκμεταλλεύθηκε στο έπακρο τον Μίκη Θεοδωράκη και δεν θα διστάσει βέβαια να το κάνει για μια τελευταία φορά όταν έρθει η στιγμή…αυτό όμως συνέβη μόνον επειδή και ο Μίκης Θεοδωράκης εκμεταλλεύθηκε επίσης στο έπακρο, σε ένα βαθμό εξακολουθεί να το κάνει ακόμα και τώρα, τον πολιτικό αυτό χώρο. Γιατί τέτοιου είδους σχέσεις εκμετάλλευσης είναι πάντα αμοιβαίες και με την θέληση και την συγκατάθεση αμφοτέρων των μερών, είτε συμφωνεί με αυτό ο ορθόδοξος ή αναθεωρητικός μαρξισμός είτε όχι…

Και αυτό ο σοφός κύριος Μάνος το γνώριζε πολύ καλά… Για αυτό και, αν από εκεί που βρίσκεται μπορεί να παρατηρεί τα τεκταινόμενα εδώ, όταν θα φτάσει εκείνη η στιγμή σίγουρα θα χαμογελάσει με εκείνο τον χαρακτηριστικό, μισο-μελαγχολικό, μισο-ειρωνικό τρόπο του. Και θα προετοιμαστεί για να υποδεχθεί τον – παρ’ όλες τις τόσες διαφορές τους και τουλάχιστον από την πλευρά του – φίλο του παίζοντας στο πιάνο που οπωσδήποτε θα εξακολουθεί να έχει μπροστά του το «Το Βαλς Των Χαμένων Ονείρων»…

 

Πηγή: www.musicpaper.gr

(28)