Lope de Yega (+1635)

Γεννήθηκα, μεγάλωσα και ζω στην Ισπανία
και δεν κατάφερα ποτέ, να ιδώ την Αρκαδία.

Βαθιά ποτάμια, θάλασσες και όρη μας χωρίζουν
εμπόδια αξεπέραστα, στενά μας περιορίζουν.

Μα αν ποδάρια και κορμί, η φύση εμποδίζει
η φαντασία η τολμηρή, φράγματα δεν γνωρίζει.

Ελεύθερη κι ακράτητη, επάνω τους πετάει
και γρήγορα, σαν αστραπή, τ’ όνειρο κυνηγάει.

Τ’ όνειρο που ‘ναι ελκυστικό, γεμάτο γοητεία
μ’ αρπάζει σα νεφέλωμα, με πάει στην Αρκαδία.

Μπορεί να μην ταξίδεψα, μ’ άλογο ή καράβι
μα αίσθηση αρκαδική, από καιρό έχω λάβει.

Θεόκριτο μελέταγα, από μικρή ηλικία
και νοερά χαιρόμουνα, την όμορφη Αρκαδία.

Ακόμη και Βιργίλιο, πολύ είχα διαβάσει
μ’ αρκαδικές περιγραφές, με είχε συναρπάσει.

Τη φύση την αρκαδική, μ’ αυτούς έχω γνωρίσει
δάση πυκνά κι αδιάβατα, σα φίδι έχω διασχίσει.

Τα έλατα με κάλυψαν, κάτω απ’ τις φυλλωσιές τους
απόλαυσα τη θαλπωρή, χόρτασα τις δροσιές τους.

Στις λόχμες τις αρκαδικές, βρήκα θεία γαλήνη
το κλίμα της το εύκρατο, τα πάθη έχει απαλύνει.

Είδα κοπάδια πρόβατα και γίδια να περνούνε
πιο πέρα λύκους ήρεμους, να μην τα ενοχλούνε.

Αρκούδες, όρνια και λαγοί, αηδόνια και ζαρκάδια
όλα τους ζουν αρμονικά, μ’ αγάπες και με χάδια.

Είδα τσακάλια και ασβούς, βίδρες και σκαντζοχέρια
νυφίτσες κι αγριογούρουνα, να δίνουνε τα χέρια.

Πολύ μακριά εδιώξανε, εχθρότητες και μίση
και τις καρδιές τους με χαρά κι αγάπη έχουν γεμίσει.

Νεράιδες λυγερόκορμες, τριγύρω στα ποτάμια
ακούγονται να τραγουδούν, κρυμμένες στα καλάμια.

Μα όταν βγουν στο ξάγναντο κι αρχίσουν να χορεύουν
ζώα, ανθρώπους και πουλιά, σκλαβώνουν και μαγεύουν.

Κι ο Πάνας όταν άρχιζε, να παίζει τη φλογέρα
ήχους γλυκούς τους έστελνε, με δροσερόν αγέρα.

Μα σαν τον αντικρίζανε, άφωνες όλες μέναν,
τρέχανε πανικόβλητες, στο δάσος μέσα μπαίναν.

Ξαπλώνει ο τραγοπόδαρος, στο χώμα ντροπιασμένος
άπραγος και παντέρημος και περιφρονημένος.

Με μιας ξανασηκώνεται, σαν αίλουρος πηδάει
και το τραγίσιο μούσι του, αρχίζει να μαδάει.

Στο Λύκαιον αντίκρισα, στο φωτεινό το όρος
τον Δία τον αγέρωχο, να ‘ναι τροπαιοφόρος.

Τον είδα να θρονιάζεται, τον τρομερό τον Δία
στην οικουμένη άνακτα, μα και στην Αρκαδία.

Είδα δίπλα να στέκεται, στο μέρος το δεξιό του
Αρκάδα τον πρωτότοκο, τον υπεράξιο γιο του.

Αίφνης ο Ζευς ορθώνεται, προς Όλυμπον οδεύει
και τον Αρκάδα άφησε, στη γη να βασιλεύει.

Τη γην αυτή την όμορφη, τη γη τη μακαρία
ο Αρκάς την ονομάτισε, την είπε: ΑΡΚΑΔΙΑ.

Πάντοτε Αρκαδία μου, σε σένα θα προσφεύγω
όταν τ’ ανθρώπινα κακά, θελήσω ν’ αποφεύγω.

Να ζήσεις Αρκαδία μου, να ευδοκιμείς, να θάλλεις
τους πονεμένους με στοργή, θερμή να περιβάλλεις.

Έμμετρη απόδοση: Χρυσόστομος Κριμπάς

(18)