Aν έχει να επιδείξει κάτι η Ελλάδα είναι η ιδιωτική πρωτοβουλία. Αν εξαιρέσει κανείς το Πανεπιστήμιον, όλα τα άλλα αξιόλογα κτίρια που στολίζουν την ελληνική πρωτεύουσα, είναι έργα όχι του συνόλου, δηλαδή του Κράτους, αλλά ιδιωτών: Βαλλιάνειος Βιβλιοθήκη, Μετσόβειον Πολυτεχνείον, Σιναία Ακαδημια κτλ. Αλλά και το Ωδείον Αθηνών, που απ΄ αυτό εκπορεύεται η όλη μουσική κίνηση στην Ελλάδα, έργον ιδιωτικής πρωτοβουλίας είναι, όπως και το πρώτο θέατρο, που ιδρύθηκε στην Αθήνα, που είναι γνωστό με το όνομα «Θέατρον Μπούκαρα» , στην πρωτοβουλία ενός ιδιώτη ωφείλετο.
Όμοια και το Δημοτικό Θέατρο, που μιαν ημέρα της Μεταξικής δικτατορίας ισοπεδώθηκε, για να δικαιολογηθούν οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, που γενήκανε σε σπίτια και οικόπεδα γύρω στο Εθνικό Θέατρο, με χρήματα του Ανδρέα Συγγρού χτίστηκε. Πολύ φυσικό, λοιπόν, ήταν και το πρώτο Μελόδραμα να ιδρυθεί από ιδιώτη. Ράφτης σε κάποιο συνοικιακό δρόμο του Πειραιώς ήταν ο πρώτος ιδρυτής του πρώτου Μελοδραματικού θιάσου. Το όνομά του ήταν Ιωάννης Καραγιάννης*.

του Τριπολίτη θεατράνθρωπου
ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΥΝΑΔΙΝΟΥ

Η ζωή του θιάσου αυτού υπήρξεν ένδοξη μεν, όμως όχι και μακρά. Στην Αθήνα έδωσε πολύ λίγες παραστάσεις, γιατί το κοινό της εποχής εκείνης (1888) δεν είχε ακόμη ωριμάσει μουσικά, ώστε ν΄ αντιληφθεί σαν ανάγκη όχι μόνο για την εξυπηρέτηση των ατομικών του ψυχικών αναγκών, αλλά και για την καθολικώτερη μόρφωση του συνόλου, την υποστήριξη του ωραίου, που συνέλαβε στο μυαλό του κι ονειρεύτηκε να το πραγματοποιήσει ένας φιλόμουσος και προοδευτικός απλός ράφτης. Τους μεγάλους θριάμβους εγνώρισε το Ελληνικό Μελόδραμα στην Αλεξάνδρεια, Καϊρο, Κων/πολη, Σμύρνη κι Οδησσό. Αξιοσημείωτο είναι, το πώς βρεθήκανε αμέσως και πρωτότυπα ελληνικά μελοδραματικά έργα, που περιέλαβε στο ρεπερτόριό του. Κι αυτά ήταν «Ο Υποψήφιος» του Ξύνδα κι ο «Μάρκος Μπότσαρης» του Καρρέρη. Από τον Μελοδραματικόν αυτόν θίασον αναπήδησε και μια διεθνή φωνητική δόξα, ο τενόρος Ιωάννης Αποστόλου, που σαν έφυγε από την Ελλάδα τραγούδησε στα μεγαλύτερα θέατρα της Ευρώπης.

krgns
* Ο Ιωάννης Καραγιάννης ήταν από το Λεωνίδιο

Ο τότε ιερεύς του Βασιλέα Γεωργίου, που ήταν και ξεχωριστός πνευματικός άνθρωπος, Γκοσράω, βρισκότανε στην Αλεξάνδρεια την εποχή, που ο Μελοδραματικός θίασος του Καραγιάννη έδινε παραστάσεις στο εκεί θέατρο «Ζιζίνιας». Να, οι εντυπώσεις του, όπως δημοσιευθήκανε στην εφημερίδα «Ομόνοια». Κρίνοντας τον «Υποψήφιο» έγραφε πως η εισαγωγή του ήταν «εράνισμα ή μάλλον μωσαϊκόν από πολλά και ποικίλα μουσικά συνθέματα της ιταλικής προ πάντων μουσικής, άνευ της ελαχίστης γνώσεως της μουσικής συνθέσεως και της σχέσεως μιας «εισαγωγής» προς τον εσωτερικόν μουσικόν χαρακτήρα του μελοδράματος, του οποίου την θήραν διανοίγει». Κατά τα άλλα έβρισκε πως το έργο στη μουσική του πλοκή, «είναι άριστα συντεθειμένον και από την άποψιν του μέλους και από την άποψιν της εκφράσεως τού παιζομένου κωμικού δράματος».

Οι κριτικογράφοι της Κων/πόλεως που ασχοληθήκανε κι αυτοί με τη μουσική του «Υποψηφίου» βρίσκανε πως ήταν «ηδεία, απλή και αποπνέουσα αγροτικόν άρωμα». Επί πλέον ο μουσικοκρατικός του «Νεολόγου», αξιολογώτατης εφημερίδας, που έβγαινε τότε στην Κων/πολιν, διέκρινε την εξαιρετική φωνή, ηθοποιία και σκηνική χάρη του Ι. Αποστόλου, που όπως είπαμε παραπάνω εξελίχτηκε σ΄ έναν από τους πιο φημισμένους τενόρους του κόσμου.

«Την πρώτην ταύτην άριστην εντύπωσιν», έγραφε, «επέτεινεν η ηδυτάτη, αργυρόηχος, νεαρά και απαραβίαστος από της νήτης εις την υπάτην διήκουσα φωνή του συμπαθέστατου υψιφώνου Αποστόλου, φέροντος μετ΄ απαραμίλλου χάριτος την χωρικήν σαγήνην». Γενικά η εντύπωση από τις παραστάσεις του πρώτου αυτού Μελοδραματικού θιάσου ήταν τόσον εξαιρετική και ικανοποιητική, ώστε ο τότε Σουλτάνος Χαμήτ τον εκάλεσε τρεις φορές στα ανάκτορα του Γιλδίζ και έπαιξε μπροστά σ΄ αυτόν και τους επίσημους καλεσμένους του πράξεις από τα μελοδράματα που αποτελούσανε το ρεπερτόριό του, εκτός από την «Φαβορίτα» που την παράστασή της είχεν απαγορεύσει η Αστυνομία!

Συνεχίζοντας την θριαμβευτική του περιοδεία το Ελληνικό Μελλόδραμα τον Μάη του 1889 επεσκέφθηκε τη Σμύρνη, όπου και έδωκε 36 παραστάσεις στο εκεί θέατρο «Εδέμ». Μεταξύ των έργων που έπαιξε ήταν και δυο κωμειδύλλια καθώς και η τραγωδία του Σοφοκλή «Αντιγόνη» με μουσική του Μένδελσον. Πώς τώρα ένας μελλοδραματικός θίασος έκανε αυτό το πήδημα το εξαιρετικά επικίνδυνο να καταπιαστεί και με αρχαία τραγωδία, είναι κάτι, που μονάχα όσοι γνωρίσανε από πολύ κοντά τον Έλληνα ηθοποιό, μπορούν να το εξηγήσουν. Μια φορά καμμιά απ΄ τις εφημερίδες, που βγαίνανε εκείνο τον καιρό στη Μικρασιατική πρωτεύουσα δεν αφιέρωσε κριτικήν απάνω στην παράσταση αυτή. Έτσι δεν ξέρουμε την εντύπωση που έκανε. Οι θεατρικές επιτυχίες ωρισμένων καλλιτεχνών σ΄ ένα θίασο, είναι πολύ φυσικό να προκαλέσουν αντιζηλίες ανάμεσα στ΄ άλλα μέλη του ίδιου θιάσου. Ένα τέτοιο πράμα γίνηκε και στον θίασο του Ελληνικού Μελοδράματος. Αλλά οι αντιζηλίες φέρνουν στην διάλυση. Και δεν διαλύθηκε το Μελόδραμα ολοκληρωτικά, όμως αποχωρήσανε τέσσερες καλλιτέχνες, καθώς κι ο μοναδικός Διευθυντής της ορχήστρας Μπεκατώρος. Για μια στιγμή απειλήθηκε να μείνει ο θίασος χωρίς μουσικό διευθυντή, οπότε μοιραία θα διαλυότανε. Τότε παρουσιάστηκε η δασκάλισσα του πιάνου, που συνώδευε τον θίασο και που το όνομά της ήταν Ελπίς Λαμπελέτ, και προθυμοποιήθηκε να βαστάξη στους λεπτούς γυναικείους ώμους της το βάρος του Διευθυντού της ορχήστρας. Στην Σμύρνη, λοιπόν, για πρώτη φορά Ελληνίδα καλλιτέχνις διεύθυνε ορχήστρα μελοδραματικού θιάσου.

Στεφανωμένοι με δάφνες οι Έλληνες καλλιτέχνες ξαναγυρίσανε στην Ελλάδα κι αμέσως αρχίσανε να δίνουν παραστάσεις στο θέατρο του Νέου Φαλήρου. Τρίτο κατά σειρά παίχτηκε ο «Μάρκος Μπότσαρης» με διευθυντή της ορχήστρας τον ίδιο τον συνθέτη Καρρέρη. Ύστερα δε από λίγο η «Κυρά Φροσύνη» του ίδιου συνθέτη, που και πάλιν διηύθυνε αυτός την ορχήστρα. Τον Σεπτέμβριο του 1889 ο Μελοδραματικός θίασος του Καραγιάννη επεχείρησε νέα καλλιτεχνική περιοδεία για την Ευρώπη όμως τη φορά αυτή, πρώτος σταθμός υπήρξεν η Μασσαλία. Απ΄ εκεί, αφού έδωκε μερικές παραστάσεις, έφυγε για την Τεργέστη, όπου έγινε δεκτός μ΄ ενθουσιασμό από το εκεί ομογενές στοιχείο. Η εκεί εκδιδόμενη τότε ιταλόφωνη εφημερίδα «Πάλκο σένικο», αφιέρωσε ολόκληρη στήλη για τον «Υποψήφιο» και τους Έλληνες εκτελεστάς. «Είναι τιμή εις την Ιταλίδα υψίφωνο Λαίδη –η Λαίδη ήταν μεν Ιταλίδα τραγουδούσε όμως στην ελληνική γλώσσα– να ψάλλει με οξύφωνον ωσάν τον Αποστόλου», έγραφε ανάμεσα στ΄ άλλα. Κρίνοντας δε τον χορό πρόσθεσε: «Οι εκατόν κορίσται του ιταλικού μελοδράματος –εννοούσε το ιταλικό μελόδραμα που έπαιζε τότε στην Τεργέστη– δεν αξίζουν ούτε ένα Έλληνα».

Ένα ατύχημα, που ωφείλετο σε παρεξήγηση στάθηκε αφορμή να εκδηλωθεί πανηγυρικώτερα ο ενθουσιασμός του ομογενούς στοιχείου προς τον πρώτο Μελοδραματικό θίασο της Ελλάδας. Φεύγοντας από την Τεργέστη αντί να βρεθεί στο Χέρσοβο της Βουλγαρίας, απ΄ όπου μέσω Ρουμανίας θα πήγαινε στη Ρωσσία, βρέθηκε στο Όρσοβο της Αυστροουγγαρίας. Οι δυστυχισμένοι οι καλλιτέχνες κινδυνεύανε να πεθάνουν από την πείνα, γιατί στο αναμεταξύ το ταμείο του θιάσου είχεν εξαντληθεί. Από την τραγική αυτή θέση τους έβγαλε ο ομογενής της Τεργέστης, Ξυδιάς, που, ύστερα από τηλεγράφημα του Καραγιάννη έστειλε τα απαιτούμενα χρήματα για να πάει ο θίασος στην Οδησσό.

Στην Οδησσό το μελόδραμα εγνώρισε τις πιο μεγάλες και πιο ωραίες συγκινήσεις. Είναι δύσκολο να περιγραφεί ο ενθουσιασμός που προκάλεσε στο ομογενές στοιχείο η εμφάνιση εις τόσο καλά καταρτισμένου ελληνικού μελοδραματικού θιάσου. Οι προς ωρισμένους όμως καλλιτέχνας δίκαιες εκδηλώσεις του ομογενούς στοιχείου στάθηκαν αφορμή νέων καλλιτεχνικών αντιζηλιών, που πήρανε επικίνδυνες διαστάσεις τη βραδυά που δινότανε η τιμητική του οξυφώνου Ι. Αποστόλου, που του πρόσφερε σαν δώρο μονάχα ένα χρυσό ρολόγι, ενώ στον Καραγιάννη προσφέρθηκε από την ελληνική κοινότητα στεφάνι από ασήμι και χρυσάφι και στην διευθύντρια της ορχήστρας Ελπίδα Λαμπελέτ πολύτιμη παγκέτα από έβενο και χρυσάφι.

Φεύγοντας από την Οδησσό ο μελοδραματικός θίασος του Καραγιάννη επήγε στην Κων/πολη, όπου ήταν και γραφτό του να διαλυθεί. Ο Ι. Αποστόλου στάθηκε η κυριώτερη αφορμή γι΄ αυτό, γιατί άφήκε στη μέση, το θίασο κι έφυγε για την Ευρώπη, όπου και μεσουράνησε.

Στις 10 Μαϊου του 1890 ο πρώτος ελληνικός μελοδραματικός θίασος διελύετο. Αυτή είναι η σύντομη ιστορία του πρώτου ελληνικού μελοδραματικού θιάσου του Καραγιάννη, που έθεσε τα θεμέλια, που επάνω σ΄ αυτά ύστερα από χρόνια κι άλλες στο αναμεταξύ αξιόλογες προσπάθειες, υψώθηκε η σημερινή Εθνική Λυρική Σκηνή.

Από τη “Φιλολογική Πρωτοχρονιά” του 1948

(1236)