Εκείνες τις παλιές εποχές, τα ραδιομαγνητόφωνα, τα CD., οι τηλεοράσεις κι οι άλλες ηλεκτρονικές συσκευές μετάδοσης, αναμετάδοσης κι εγγραφής, μουσικών έργων, ήταν πράγματα άγνωστα. Μοναδικά μέσα μετάδοσης τυποποιημένης, μηχανικής μουσικής, ήταν τα γραμμόφωνα, οι λατέρνες, ήταν τ’ «οργανάκι» (φορητό κλειδοκύμβαλο). Τις πλάκες του φωνογράφου τις γραμμοφωνούσαν –ως επί το πλείστον σε studio στην Αμερική, Αγγλία και στην εξελιγμένη, τεχνικά, Ευρώπη. Αργότερα, γύρω στα 1932, άρχισαν να γράφονται κι εδώ στην Αθήνα, απ’ την ODEON.

Τις διάφορες συνθέσεις των μουσικών κομματιών για τις λατέρνες και τις ρομβίες, τις έφτιαχνε ο περίφημος, στο είδος του, ο αλησμόνητος Αρμάος!… Τα μαγικά του τα χέρια και τ’ αλάνθαστο μουσικό του αυτί τοποθετούσαν με περίσσια τέχνη τις κατάλληλες βελόνες της μουσικής κλίμακας στον περιστρεφόμενο κύλινδρο της λατέρνας ή της ρομβίας, για να βγει απ’ τα σπλάχνα του, στρέφοντας τον, ο επιθυμητός μουσικός ήχος. Εκτός, από τραγούδια του συρμού, συμπεριλαμβάνονταν και δημοτικά, λαϊκά ακόμα και τραγούδια από ελληνικές οπερέτες, συμφωνικά αποσπάσματα, κι άλλα έργα, ποικίλης μουσικής.

Τα όργανα αυτά, τα εκμεταλλεύονταν –εκτός του γραμμοφώνου, που τον είχαν στην κατοχή τους κι αρκετά νοικοκυριά, για την ψυχαγωγία, των δικών τους ανθρώπων- κάποιοι πλανόδιοι μουσικάτζηδες, συνήθως τύποι περιθωριακοί, γνωστοί με το προσωνύμι: λατερνατζήδες και φωνογραφιτζήδες….

Οι πιο πολλοί από δαύτους προέρχονταν από το συνάφι, των «Κουτσαβάκηδων»! Η εμφάνισή τους ήταν χαρακτηριστική: Άσπρο φαρδύ ζωνάρι, οχτώ γύρους τύλιγμα στη μέση, παντελόνι τζογέ, ντρίλινο, μουστάκι στριφτό, τσιγκέλι, μ’ άφθονη μπατέγκα, παναμαδάκι άσπρο ή μαύρο –ανάλογα με την εποχή- ή τραγιάσκα με κυρτό γείσο, παπούτσια λαστιχέ, στιβάλια και τ’ απαραίτητο κεχριμπαρένιο κομπολόγι με τις χοντρές χάντρες και τη μαύρη φούντα…! Όταν τύχαινε να σμίξουν στην ίδια ταβέρνα ή καφενέ, καυγαδίζανε, φωνασκώντας μ’ ένα κάρο βωμολοχίες, με αιτία την … «πρωτιά» κι αρπάζονταν στα χέρια, φτάνοντας πολλές φορές, ακόμα και σε τραυματισμούς!…

Αυτό, ήταν ασφαλώς η εξαίρεση, γιατί δεν έπαυε να υπάρχουν ανάμεσά τους και κάποιοι φιλήσυχοι φουκαράδες, που μοναδική τους επιδίωξη ήταν να βγάλουν το ψωμάκι των παιδιών τους και τίποτα περισσότερο… Ένας από τους φιλήσυχους μουσικατζήδες ήταν ο Σταύρος ο Πιτσιμέρης, Τζιτζιφιώτης, γνωστός λατερνατζής σ’ ολόκληρη την περιοχή της Καλλιθέας. Η καταγωγή του ήταν απ’ τη Σμύρνη, πρόσφυγας, παντρεμένος με πατριώτισσά του, την κωνα-Φτέρπη. Μένανε, σε μια καλύβα, σιμά στην ακρορεματιά του Ιλισσού ποταμού. Η κωνα-Φτέρπη ήταν η βοηθός του!… Εκτός από το σπαστό ψηλοπόδαρο καρεκλάκι που πάνω του ξεφόρτωνε ο Πιτσιμέρης τη λατέρνα στα «στέκια», η κωνα-Φτέρπη ακόμα, βάσταγε κι έπαιζε, το ντέφι, με τα κρόταλα, με θαυμαστή δεξιοτεχνία, διανθίζοντας τον ήχο της λατέρνας, με μακρόσυρτα εκκωφαντικά βουητά!…

Ένας άλλος λατερνατζής, ήταν ο Μηνάς, με βοηθούς, τους δύο μαντραχαλάδες γιους του! Αυτός ο Μηνάς ήταν απ’ τη φάρα των σκληρών «κουτσαβάκηδων»!.. Κι αν ρωτήστε για τους γιους του: μόρτες, κλεφτρόνια και ψευτονταΐδες, σκέτη αλαναρία!… Σχεδόν καθημερινά τους κουβαλούσαν οι χωροφύλακες στ’ αυτόφορο, για επεισόδια που δημιουργούσαν μ’ ομοιούς τους μπελαλίδες της πιάτσας!…

Φωνογραφιτζής ήταν ο Αντώνης ο Μισινέζης, ένας φτωχοδιάβολος, μπεκιάρης, τεμπελχανάς, που κατοικούσε μέσα στα «κουτούκια» του Αναγνωσταρά. Αυτός είχε για βοηθό του ένα βλάμη, κλεφτοκοτά, μπουγαδοκλέφτη, άντρα της αδερφής του, ο οποίος μπαινόβγαινε στις φυλακές, για διάφορα αδικήματα! Τα δύο αυτά «κουμάσια» είχαν γίνει ο μεγάλος μπελάς για τα όργανα της τάξης!… Κάποια εποχή, ο Αναγνωσταράς έδιωξε τον Μισινέζη με τις κλωτσιές, απ’ το δωμάτιο, γιατί δεν πλήρωνε το νοίκι και γιατί έκανε καθημερινά φασαρίες με τ’ άλλα φτωχαδάκια που κατοικούσαν εκεί μέσα. Κατάφυγε κάτω στην παραλία των Τζιτζιφιών κι εγκαταστάθηκε μέσα σ’ ένα ερειπιασμένο πλεούμενο! Τριγύριζε μέσ’ το συνοικισμό, κουρελής και ξυπόλητος, πίνοντας ξεροσφύρι τα βιδάνια της ρετσίνας, απ’ την ταβέρνα του μπαρμπα-Κώστα που ήταν δίπλα στο παγοποιείο του Χαμπάκη.

Γύρω στα 1932-1933 ο Πιτσιμέρης, προσβλήθηκε από σπονδυλοαθρίτιδα και μην μπορώντας πια να φορτωθεί τη λατέρνα του, αναγκάστηκε να την πουλήσει κι αγόρασε μια ρομβία!.. Οι τροχοί της ήταν ντυμένοι με σιδερένια στεφάνια και δημιουργούσαν μεγάλη φασαρία, κάθε απόγευμα, που έβγαινε στη γύρα, στα καλντερίμια της Καλλιθέας! Στη μετακίνηση της ρομβίας, βοήθαγε και η γυναίκα του, η κωνα-Φτέρπη!… Τον πρώτο καιρό, εκτός της διαδρομής Τζιτζιφιές – Χαροκόπου – Σφαγεία, τραβούσε και ίσαμε τις συνοικίες του Μοσχάτου και Τζαβέλλα, στο Νέο Φάληρο! Αργότερα, η υγεία του γερο-Πιτσιμέρη χειροτέρεψε κι απόμεινε κρεβατωμένος, κατάκοιτος στην παλιοκαλύβα του! Η δόλια κωνα-Φτέρπη αδύναμη απ’ τις στερήσεις και τα γηρατειά έκανε κουράγιο και πάσχιζε να γυροφέρνει τη ρομβία στη γειτονιά, ίσα ίσα να βγάζει τα φάρμακα τ’ αρρώστου και το λιγοστό καρβέλι. Στο τέλος η ρομβία τους πουλήθηκε για ένα κομμάτι ψωμί, σ’ ένα συλλέκτη παλιών οργάνων!… Έκτοτε η γρια Πιτσιμέραινα, καθάριζε «αυτοδιόριστη», τα δημοτικά ουρητήρια, για λίγες δεκάρες!… Ο Πιτσιμέρης πέθανε κάποιο βράδυ μέσα σε φριχτούς πόνους! Η κωνα-Φτέρπη, έζησε αρκετά χρόνια, συντηρούμενη από τα φιλοδωρήματα της γειτονιάς και τα βοηθήματα της εκκλησίας και του δήμου μας…

Σήμερα, έχουν απομείνει κάποιοι λιγοστοί πλανόδιοι λατερνατζήδες κι ελάχιστοι με ρομβίες, για να θυμίζουν την παλιά εκείνη αλησμόνητη ρομαντική εποχή…

Του Απ. Παγώνη-Ακταίου
(από την “Έρευνα”)

(195)