Του Αντώνη Γκλίνου*

Στις αρχές του εικοστού αιώνα η επιστήμη της Βυζαντινολογίας άρχισε να ανθεί σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο. Όλο και πιο πολλά πανεπιστήμια στην Ευρώπη και στην Αμερική ιδρύουν έδρες μελέτης και διδασκαλίας του Βυζαντινού πολιτισμού, και της ιστορίας του. Αυτό βοήθησε τα μέγιστα στο να αναγνωριστεί η αξία της καλλιτεχνικής και πνευματικής ομορφιάς της Βυζαντινής τέχνης.

Η μισαλλοδοξία παρέμεινε παρελθόν, τότε, που, οι βενετσιάνοι ζωγράφοι αγόραζαν εικόνες ιστορημένες με τη βυζαντινή τεχνοτροπία για να τις κάψουν, στη συνέχεια, γιατί πίστευαν με πάθος ότι «αυτή η ζωγραφική είναι μια βάναυση τέχνη που η σκληράδα της κουράζει την όραση και εξοργίζει την ψυχή καταστρέφοντας την αισθητική ευαισθησία του φιλότεχνου κοινού. Ακόμη και στο κοντινό παρελθόν οι ιστορικοί της τέχνης χαρακτήριζαν βάρβαρη και ακαλαίσθητη την τέχνη του Βυζαντίου. Η χαραυγή της αναγνώρισης των αξιών αυτής της υπέροχης τέχνης, που, τα θεμέλια της είναι κτισμένα πάνω στα θεμέλια του αρχαίου ελληνορωμαϊκού κόσμου, επιτέλους, άρχισε να ανατέλλει. Η χριστιανική πνευματική της ακτινοβολία, μαζί με την αισθητική της τελειότητα και την τεχνική της αρτιότητα, εκστασιάζει.
Όλες μαζί οι αξίες της μελετώνται, πλέον, σε βάθος και, αναγκαστικά, παίρνει τη θέση που της ανήκει στην παγκόσμια ιστορία της τέχνης.

Εκείνη την εποχή, στον Ελλαδικό χώρο, μια δεκάδα από νεοέλληνες ζωγράφους επιχειρούν, με τη μελέτη και τον χρωστήρα τους, να αναβιώσουν το μεγαλείο και τη δόξα της προγονικής ορθόδοξης βυζαντινής αγιογραφίας.
Ένας από τους πιο ένθερμους πρωτοστάτες αυτής της κίνησης ήταν ο μακαριστός και αλησμόνητος δάσκαλός μου, Φώτης Κόντογλου. Αφού, πρώτα, μελέτησε, σχολαστικά και με ζήλο, τις τοιχογραφίες των εκκλησιών της Αττικής, που, οι περισσότερες ανήκουν στην εποχή της τουρκοκρατίας, δεν στάθηκε μόνο, εκεί. Γεμάτος θαυμασμό, γι’ αυτή την τέχνη, έψαχνε να βρει και να μελετήσει τα δημιουργήματα των αρχαιότερων δασκάλων αυτής της ευλογημένης τέχνης.
Αυτός ο διακαής πόθος του, για μια σε βάθος γνώση πάνω στο αντικείμενο που τον ενδιέφερε, τον οδήγησε, πού, αλλού; στην Κιβωτό της Ορθοδοξίας:

Στο Άγιον όρος. Η Ιερά Μονή Δοχειαρίου υπήρξε γι’ αυτόν το πιο οικείο και το πιο αγαπημένο μοναστήρι. Ο Φώτης Κόντογλου, δεν βρήκε σ’ αυτό μόνο τον πολυπόθητο θησαυρό των εικόνων που αναζητούσε αλλά και τα φιλικά και αδελφικά αισθήματα της χριστιανικής αγάπης από τους πατέρες της μονής. Πολλοί από αυτούς είχαν Λεσβιακή καταγωγή· και η γενέτειρα του μαστρο-Φώτη, οι Κυδωνίες της Μικράς Ασίας· αμφότερες είναι απέναντι από της Μυτιλήνης το νησί. Αυτή η γειτνίαση των πατρίδων τους, τους έφερε πιο κοντά. Η οικεία και πολύ φιλική συμπεριφορά των πατέρων τον βοήθησε, εξαιρετικά, στο ερευνητικό του έργο. Με την αμέριστη συμπαράστασή τους επιδόθηκε, απερίσπαστος, στη μελέτη των υπέροχων τοιχογραφιών και των φορητών εικόνων που κοσμούν το καθολικό της Μονής και τα παρεκκλήσια.

Το ψαλτήρι, η απέραντη γαλάζια θάλασσα και το ψάρεμα με τη βάρκα γαλήνευε τις ψυχές τους. Οι επισκέψεις του εκλεκτού, σοφού και λόγιου δασκάλου ήταν πιο συχνές στην Αθωνική πολιτεία. Το Δοχειάρι ήταν η αγάπη του. Στην εξέλιξη της αγιογραφικής του τέχνης πολλά οφείλει από τη μελέτη, που, έκανε, με σχολαστικό τρόπο, στην υπέροχη σειρά των φορητών εικόνων, που, παριστάνουν τους δώδεκα αποστόλους, ένθρονους και, που, φυλάσσονται στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου.

Ο μαστρο-Φώτης γεννημένος δημιουργός και προικισμένος με το χαρακτηριστικό του ταλέντο, αφού εργάστηκε, σκληρά, εξελίχθηκε σε έναν σπουδαίο ερμηνευτή και άξιο διάκονο της εξαιρετικής ζωγραφικής τέχνης του Βυζαντίου, που, δεν είναι άλλη από την ελληνορθόδοξη αγιογραφία. Ως γνήσιος δάσκαλος, αναγεννητής και συνεχιστής της εκκλησιαστικής εικονογραφικής παράδοσης, δεν ανάστησε μόνο αυτή την ωραία και καθαγιασμένη τεχνοτροπία, αλλά και δίδαξε στους μαθητές του τις τεχνικές εκείνες, που, επιβάλλεται να γνωρίζει ένας καλός αγιογράφος, για να υπηρετεί, σωστά, το θρησκευτικό λειτούργημα της εικονογραφίας. Πρόσθετα, μάλιστα, ο, πλούσια, γραπτός του λόγος, που, μας άφησε κληρονομιά, αυτός και μόνο εμψυχώνει και ενθαρρύνει μέχρι της μέρες μας, όσους από τους νέους έχουν έφεση και ευγενή πόθο να γίνουν μάστορες της βυζαντινής αγιογραφίας.

Στο πρόσφατο, παρελθόν, οι Αθωνιτικοί αγιογραφικοί οίκοι, επηρεασμένοι από τον ρωσικό συρμό, συνέχιζαν να ιστορούν τις άγιες εικόνες, δυτικότροπα, στο ύφος και την τεχνική. Η ελαιογραφία ήταν σε καθημερινή χρήση στα κελιώτικα εργαστήρια τους. Ως υποδείγματα χρησιμοποιούσαν, κατά κανόνα, έγχρωμες λιθογραφίες, κυρίως, ρωσικής προέλευσης. Το θαύμα της αλλαγής τεχνοτροπίας έγινε με τον εορτασμό της χιλιετηρίδας του Αγίου όρους.

Ο καθαρισμός των τοιχογραφιών του Πρωτάτου των Καρυών πρόσφερε την αναπάντεχη ευτυχία να λάμψει στα μάτια όλων η εκπληκτική ζωγραφική του Εμμανουήλ Πανσέληνου. Τότε, έσβησε και η τελευταία αμφιβολία των δυσπιστούντων για την αξία και το μεγαλείο της βυζαντινής εικονογραφίας. Όλοι οι αγιογράφοι μοναχοί του Αγίου όρους, που, ήταν ξεκομμένοι από τη βυζαντινή παράδοση εξ’ αιτίας της ρωσικής επίδρασης, αντέδρασαν, θετικά, με αυτή την αποκάλυψη. Έτρεξαν να θαυμάσουν τον ζωγράφο και στη συνέχεια να σπουδάσουν το έργο του αντιγράφοντας και ξεκινώντας από την αρχή για να κατατοπιστούν στις πρωτόγνωρες, γι αυτούς, τεχνικές. Αυτό το θαυμάσιο μνημείο της Βυζαντινής τέχνης, τους άνοιξε νέους δρόμους και ορίζοντες φωτεινούς για να μελετήσουν, σε βάθος, τη σπουδαιότητά του και να ενστερνιστούν τις καλλιτεχνικές αξίες της ξεκομμένης παράδοσης.

Από εκείνη τη στιγμή έδειξαν θερμό ενδιαφέρον και άρχισαν να βλέπουν με θετικό πνεύμα και ζέση σοβαρής σπουδής τα αριστουργήματα, που, υπάρχουν σε φορητές εικόνες και τοιχογραφίες και κοσμούν όλες τις Ιερές Μονές της Αθωνικής Πολιτείας.
Ο θαυμασμός, η εξέταση και η αγάπη τους για τη βυζαντινή τέχνη ήταν, τέτοια, που, η στροφή της αλλαγής, από τη ρωσική νεότερη αγιογραφία προς την προγονική παράδοση της ορθόδοξης εικόνας, φάνηκε με το πέρασμα ολίγων χρόνων. Για τους αγιορήτες αγιογράφους πατέρες, η παλέτα με τα λαδοχρώματα, ανήκε, πλέον, στο παρελθόν. Η τεχνική της ωογραφίας είχε καθιερωθεί, παντού, και είχε ριζώσει για τα καλά· ακόμη και στα πιο απόμακρα εργαστήρια αγιογραφίας της Αθωνικής χερσονήσου.

Επιτέλους, με τη χάρη της Παναγίας ξαναζεί αναγεννημένη η παράδοση αυτής της θαυμάσιας τέχνης, που, λέγεται βυζαντινή αγιογραφία. Ταλαντούχοι ζωγράφοι, Αγιορήτες, πατέρες, από εκείνο το ξεκίνημα και μέχρι σήμερα, υπηρετούν αυτό το καθαγιασμένο διακόνημα. Ιστορώντας τις άγιες εικόνες, με φόβο Θεού, εργάζονται προσευχόμενοι, αδιαλείπτως. Τα εικονίσματα είναι, για εμάς τους Ορθόδοξους χριστιανούς, από τα σπουδαιότερα λατρευτικά αντικείμενα…
Δόξα τω Θεώ, η βυζαντινή αγιογραφία μπήκε ξανά στους Ναούς μας.

* 1. Ο Αντώνης Γκλίνος -συγγενής μου- γεννήθηκε στην Τρίπολη και πέθανε στην Αθήνα (1936-1998). Υπήρξε εξαιρετικός ζωγράφος, αγιογράφος και συντηρητής έργων Τέχνης. Σύζυγός του είναι η χαράκτρια, Τζένη Μαρκάκη.
2. Το ανωτέρω κείμενο, το έγραψε για την εφημ. “Οδός Αρκαδίας” τον Μάρτη του 1997, χωρίς, ποτέ, να δημοσιευτεί…
Ν.Γ.

(434)