Ο Έκτορας Λουδοβίκος Μπερλιόζ ανήκει στους μεγάλους μουσικοσυνθέτες της ανθρωπότητας. Γεννήθηκε στην Κοτ-Σαιντ-Αντρέ (Ιζέρ) της Γαλλίας στις 11 Δεκεμβρίου 1803. Σπούδασε στη Γκρενόμπλ γιατρός και, παρά τις αντιδράσεις της οικογένειας του, άφησε την ιατρική και το 1826 μπήκε στο Ωδείο των Παρισίων όπου σπούδασε σύνθεση με τους περίφημους δασκάλους Λεζυέρ και Ρεϊχά.

Για πρώτη φορά το 1829, παίχτηκε το έργο του «Φανταστική Συμφωνία». Το 1830 βραβεύτηκε στη Ρώμη (Grand Prix) για την καντάτα «Η τελευταία νύχτα του Σαρδανάπαλου». Το ίδιο έτος παντρεύτηκε την Αγγλίδα ηθοποιό Χάρριετ Σμίθσον και άρχισε να γράφει κριτική της μουσικής κυρίως στην εφημερίδα «Ανταποκριτής» και στην «Εφημερίδα των Συζητήσεων» όπου σταδιοδρόμησε λαμπρά. Το 1839 έγινε βιβλιοθηκάριος του Ωδείου. Μερικά από τα έργα του γνώρισαν αμέσως επιτυχία, όπως η «Φανταστική Συμφωνία» (1829), το «Ρέκβιεμ» (1837) -νεκρώσιμη ευχή- και η «Παιδική ηλικία του Χριστού» (1850-1854).

Ο Μπερλιόζ ήταν και συγγραφέας. Ο Ρομαίν Ρολλάν, σε μία μελέτη του για τον Μπερλιόζ, γράφει για το φιλοσοφικό του έργο ότι είναι πολύ άνισο. Ότι δεν θάταν δύσκολο να βρει κανείς σ’ αυτό μέρη που κατάντησαν γελοία, με τον υπερβολικό ρομαντισμό ή το κακό τους γούστο, αλλά είχε ένα έμφυτο ταλέντο ύφους και κυρίως στα έργα της δεύτερης περιόδου της ζωής του. Σ’ αυτά βρίσκονται άπειρες σελίδες συγκινητικές, ζωντανές και έξυπνες, μερικές δε εξαιρετικά ωραίες. Μερικά απ’ τα ποιητικά του κείμενα (ιδιαίτερα στην «Παιδική ηλικία του Χριστού» και στους «Τρώες») έχουν μια όμορφη γλώσσα κι έναν ωραίο ρυθμό. Ολόκληρα τα «Απομνημονεύματα» του είναι ένα απ’ τα ωραιότερα βιβλία που γράφτηκαν ποτέ από καλλιτέχνη. Ο Βάγκνερ υπήρξε μεγαλύτερος ποιητής απ’ αυτόν, αλλά σαν πεζογράφος ο Μπερλιόζ ήταν ασύγκριτα ανώτερος.

Και για την «Παιδική ηλικία του Χριστού» ο Ρομαίν Ρολλάν γράφει ότι καμιά απ’ τις προηγούμενες συνθέσεις του Μπερλιόζ δεν φτάνει τη διαύγεια και την ομορφιά μερικών σελίδων του έργου αυτού. Και ότι ο ίδιος ο Μπερλιόζ έγραφε στον Λιστ, στις 17 του Δεκέμβρη 1854, για την «Παιδική ηλικία του Χριστού»: «Θα το πω σε σένα. Το αληθινό μου εύρημα είναι η σκηνή και η άρια του Ηρώδη με τους μάγους. Έχει μεγαλοπρέπεια κι ελπίζω πως θα σου ταιριάζει. Για τα θελκτικά μέρη που συγκινούν πιότερο, εκτός απ’ τη διωδία της Βηθλεέμ, βρίσκω πως δεν έχουν καμία αξιόλογη έμπνευση».

Και στα Απομνημονεύματα, II 361, ο Μπερλιόζ γράφει: «Οι κυρίαρχες ιδιότητες της μουσικής μου είναι η γεμάτη πάθος έκφραση, η εσωτερική φλόγα, η ρυθμική δόνηση, το απρόοπτο. «Όταν λέω γεμάτη πάθος έκφραση, εννοώ τη μανία της να ερμηνεύει το βαθύ νόημα του θέματος και τότε ακόμα, όταν το θέμα είναι ξένο απ’ το πάθος και πρόκειται να εκφράσει αισθήματα ευχάριστα, τρυφερά ή γαλήνια. «Είναι αυτό το είδος της έκφρασης που ισχυρίζονται πως βρήκανε στην «Παιδική ηλικία του Χριστού».

Άλλα πάλι στην αρχή είχαν αποτυχία και γνώρισαν αργότερα την επιτυχία, όπως οι όπερες του «Μπενβενούτο Τσελλίνι» (1838), η «Καταδίκη του Φάουστ» (1848), οι «Τρώες» (1863). Το 1839 παρουσίασε τον «Ρωμαίο και Ιουλιέττα» και το 1855 το μνημειώδες «Σε Κύριε», (Te Deum).

Από την «Παιδική ηλικία του Χριστού» το ποιμενικό απόσπασμα «Φυγή στην Αίγυπτο», παίχτηκε για πρώτη φορά σε μία «Φιλαρμονική Εταιρεία» που ίδρυσε ο ίδιος ο Μπερλιόζ και χειροκροτήθηκε ομόφωνα. Από πανουργία την απέδωσε σ’ ένα φανταστικό συνθέτη του 17ου αιώνα.

Η «Φυγή την Αίγυπτο» είναι το έμβρυο του μικρού ορατόριου η «Παιδική ηλικία του Χριστού», που έγραψε ο Μπερλιόζ το κείμενο και τη μουσική στο Παρίσι όπου και γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Πέντε συναυλίες δόθηκαν μέσα σ’ ένα χειμώνα με το ορατόριο αυτό. Για την επιτυχία του έργου, γράφει στην πριγκίπισσα Βιτγκενστάιν, τη φίλη του Φρ. Λιστ: «Οι κριτικές μού γράφουν πως έγινα καλύτερος, πως άλλαξα τεχνοτροπία… κι άλλες ανοησίες…».

Πέθανε από συμφόρηση στο Παρίσι στις 8 Μαρτίου 1869.

Κατά τον Θεόφιλο Γκωτιέ, ο Μπερλιόζ, αποτελεί με τον Ουγκώ και το Ντελακρουά την Τριάδα του Γαλλικού ρομαντισμού. Κατέχει μία σημαντική θέση στην ιστορία της γαλλικής μουσικής, προπαντός για το ορχηστρικό πνεύμα του και το αλάνθαστο ένστικτο του στην εκλογή των οργανικών ήχων.

Η υπόθεση του ορατόριου η «Παιδική ηλικία του Χριστού» μας παρουσιάζεται με τρεις χαρακτηριστικές σκηνές:
Στην πρώτη εμφανίζεται ο Ηρώδης έντρομος και ανήσυχος για την τύχη του θρόνου του που κινδυνεύει από το άκακο νεογέννητο. Οι σύμβουλοι του του υποδεικνύουν ως λύση για τη σωτηρία του, τη σφαγή. Κι αυτός με ανακούφιση την αποδέχεται σαν λυτρωτική και μόνη λύση.
Στη δεύτερη σκηνή υπάρχει η καλύβα, με το νεογέννητο και με όλη τη μεγαλειώδη θεία απλότητα και ταπεινότητα της. Εκεί αποφασίζεται η φυγή, η απόδραση θα λέγαμε στην Αίγυπτο για τη σωτηρία του Θείου Βρέφους.
Και η Τρίτη σκηνή μας παρουσιάζει το Θείο Βρέφος, με την Παναγία και τον Ιωσήφ, να έχουν φτάσει πια στη μεγάλη Αιγυπτιακή πόλη Σάις.
Ο διάλογος και στις τρεις σκηνές παρουσιάζεται υποβλητικός, συμπυκνωμένος σε έννοιες, γοργός με ωραίες εκφράσεις και δυνατά νοήματα.

Πραγματικά ο Μπερλιόζ έδωσε ένα κομμάτι απ’ τον καλύτερο εαυτό του, απ’ τη μεγάλη και ευαίσθητη ψυχή του, για να γράψει την «Παιδική ηλικία του Χριστού».

Μαρία Δ. Χαλκιοπούλου
από τον “Νουμά”

(177)