Η κώφωση θα πρέπει να είναι κάτι πραγματικά τρομερό αφού δυσκολεύει τον διάλογο και την επικοινωνία, απομονώνει τον άνθρωπο από τους γύρω του και το στερεί από μερικές απλές χαρές και απολαύσεις. Πόσο όμως πιο άσπλαχνη είναι για τον μουσικό που πρέπει να νοιώθει τον ήχο σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια, που πρέπει να έχει πλήρη αίσθηση του ύψους και του ηχοχρώματος!

Παρακολουθώντας την κώφωση του Μπετόβεν και το δράμα που του δημιούργησε η ελαττωματική του ακοή, μπορούμε να βγάλουμε πολλά ενδιαφέροντα συμπεράσματα για την προσωπικότητά του και για τις αντιδράσεις του:

Ο Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν γεννήθηκε στη Βόννη το 1770. Μερικοί απέδωσαν την κώφωσή του στον χρόνιο αλκοολισμό του πατέρα του που ήταν τενόρος στην αυλική χορωδία του Εκλέκτορα. Άλλοι την απέδωσαν στη φυματίωση της μητέρας του που πέθανε από την αρρώστια αυτή σε ηλικία 35 χρονών, αφήνοντάς τον ορφανό στα 17 του χρόνια. Ο Alexander Thayer, συγγραφέας σημαντικής βιογραφίας του Μπετόβεν ισχυρίζεται ότι ο συνθέτης έπασχε από σύφιλη, γεγονός “γνωστό σε πολλούς” και μάλιστα δηλώνει ότι “η κακή του υγεία και η κώφωσή του προέρχονταν ίσως από κοινή πηγή”. Υπάρχουν τέλος αρκετοί που απέδωσαν την κώφωσή του στα παγωμένα λουτρά που συνήθιζε.

Τα πρώτα δείγματα της διαταραχής εμφανίζονται στα 1796, ως επακόλουθο ενός σοβαρού κρυολογήματος. Από τότε άρχισε να γίνεται αισθητό, ότι ο Μπετόβεν παρουσίαζε δυσχέρεια στην ακοή. Ο μουσικός Ferdinand Ries περιγράφει την παρακάτω σκηνή: “Σε ένα από εκείνα τα ταξίδια μας, ο Μπετόβεν μου έδωσε την πρώτη χτυπητή ένδειξη ότι η ακοή του είχε αρχίσει να κάμπτεται. Του είπα να προσέξει ένα βοσκό στο δάσος, που έπαιζε πολύ ευχάριστα με μια ξύλινη φλογέρα. Επί μισή ώρα ο Μπετόβεν δεν μπορούσε ν’ ακούσει απολύτως τίποτα, και μ’ όλο που πολλές φορές τον βεβαίωσα ότι ούτε κι εγώ δεν άκουγα πια τίποτα (αν και δεν ήταν έτσι) απέμενε σιωπηλός και θλιμμένος”.

Ο νεαρός Carl Czerny διηγείται ότι κατά τη διάρκεια μιας χειμωνιάτικης βραδιάς του 1800 έπαιζε την “Παθητική” του Μπετόβεν μπροστά στον συνθέτη που είχε και στα δυο του αυτιά βαμβάκι μουσκεμένο σ’ ένα κίτρινο υγρό. Την άνοιξη του 1801 ο Μπετόβεν έπαιζε πιάνο σε ένα φιλικό του σπίτι στη Βιέννη. Οι ακροατές πρόσεξαν ότι στα πιανίσσιμα τα χέρια του άγγιζαν μόνο τα πλήκτρα χωρίς να ακούγεται καμιά νότα. Ο Μπετόβεν, με την αδύνατη ακοή του, νόμιζε ότι θα ακούγονταν οι απαλές νότες από τα πλήκτρα καθώς τα δάκτυλά του θα σάλευαν απαλά. Εκείνο το βράδυ οι περισσότεροι υποψιάσθηκαν ότι κάτι έχουν πάθει τα χέρια του.

Μέχρι τότε ο Μπετόβεν άφηνε την ακοή του να εξασθενεί σιγά σιγά και ένα ενοχλητικό σφύριγμα να αντηχεί μέρα νύχτα στ’ αυτιά του χωρίς να λέει σε κανέναν τίποτα. Όμως την 1η Ιουνίου του 1801 αποφασίζει να εμπιστευθεί την αγωνία του στον φίλο του Carlo Ameda, στον οποίο γράφει: “Ο Μπετόβεν σου είναι τρομερά δυστυχισμένος! Σε πληροφορώ ότι το πιο ευγενικό μέρος του εαυτού μου, η ακοή μου, έχει εξασθενίσει τελευταία… Όλο και χειροτερεύει. Ποιος ξέρει αν θα μπορέσω ποτέ να γιατρευτώ!…”. Τον ίδιο μήνα γράφει στον φίλο του γιατρό Gerhard Wegeler: “Η ακοή μου χειροτερεύει σταθερά εδώ και τρία χρόνια… τ’ αυτιά μου κουδουνίζουν και βουίζουν αδιάκοπα μέρα νύχτα… πρέπει να σου ‘πω ότι στο θέατρο αναγκάζομαι να κάθομαι μες τη μέση της ορχήστρας για να καταλάβω τους ηθοποιούς και μόλις απομακρυνθώ λίγο, δεν ακούω τις ψηλές νότες των οργάνων ή των τραγουδιστών. Δυο χρόνια τώρα αποφεύγω κάθε συντροφιά επειδή δεν μπορώ να ‘πω στον κόσμο ότι είμαι κουφός. Αν είχα κάποιο άλλο επάγγελμα η εξομολόγηση θα ήταν κάτι εύκολο, μα για τον μουσικό είναι τρομερό”.

Λόγω της εξασθένισης της ακοή του έπαψε σιγά σιγά να εμφανίζεται ως πιανίστας σε συναυλίες και αυτό είχε άσχημα αποτελέσματα στο ηθικό του. Καθώς αποτραβήχτηκε αναγκαστικά από τη δημόσια μουσική ζωή, παραμέλησε την τεχνική του στο πιάνο και έχασε λίγο λίγο τη δεξιοτεχνία του. Αφοσιώθηκε αποκλειστικά στη σύνθεση. Η σύνθεση όμως θα είναι η δόξα του Μπετόβεν.

Το 1802, τον χρόνο που τελείωσε τη “Συμφωνία αριθμός 2” και ήταν έτοιμος ν’ αρχίσει τη “Συμφωνία αριθμός 3” ο προσωπικός του γιατρός δόκτωρ Schmidt τον συμβούλευσε να περάσει το καλοκαίρι στο Heiligenstadt. Εκεί κυριεύθηκε από κρίση απελπισίας και έφθασε στο σημείο να σκέφτεται σοβαρά την αυτοκτονία. Έγραψε, μια ημερομηνία 6 Οκτωβρίου, ένα γράμμα στους αδελφούς του Καρλ και Γιόχαν. Το γράμμα αυτό διαβάστηκε μόνο μετά το θάνατό του, δηλαδή μετά είκοσι πέντε χρόνια και είναι γνωστό ως η “Διαθήκη του Heiligenstadt”. Αρχίζει μ’ αυτά τα θλιμμένα λόγια: “Ω άνθρωποι, που με θεωρείται και με κρίνετε σαν μοχθηρό και μισάνθρωπο, πόσο με αδικείτε! Δεν ξέρετε σεις ποια μυστική αιτία προκαλεί αυτό που σας δείχνουν τα εξωτερικά φαινόμενα. Η καρδιά μου, από τότε ακόμα που ήμουν έφηβος, ήταν δοσμένη στη λαχτάρα για το καλό. Αισθανόμουν έτοιμος να πραγματοποιήσω μεγάλα πράγματα. Σκεφθείτε όμως ότι εδώ και έξι χρόνια μ’ έχει χτυπήσει μια ανεπανόρθωτη συμφορά. Πόσο αποκρουστικός γίνομαι με το κακό που με βρήκε. Κι όμως δεν μπορώ να ‘πω στους ανθρώπους: να μιλάτε πιο δυνατά, να φωνάζετε, είμαι κουφός! Πώς να ομολογήσω την αναπηρία μιας αίσθησης, που σε εμένα θα ‘πρεπε να είναι τελειότερη απ’ ότι συμβαίνει στους άλλους ανθρώπους; Τι ταπείνωση, ν’ ακούει κάποιος που στεκόταν δίπλα μου τη μακρινή φλογέρα κι εγώ ποτέ. Ν’ ακούει τον ιερέα να ψάλει κι εγώ πάλι τίποτε. Αυτά τα περιστατικά μου προκαλούσαν απελπισία. Είχα αποφασίσει να δώσω ένα τέλος. Μονάχα η τέχνη με συγκράτησε. Μου φαινόταν αδύνατο να εγκαταλείψω τον κόσμο, πριν ολοκληρώσω όσα ήμουν προορισμένος να δώσω”. Και η διαθήκη τελειώνει: “Ω Θεία Πρόνοια, δείξε μου τουλάχιστον μια καθαρή ημέρα χαράς! Αυτό τον καιρό δεν αντήχησε ποτέ μέσα μου η αληθινή χαρά! Πότε, Θεέ μου, θα μπορέσω να την ξανανοιώσω;”.

Εκτός από την κώφωση ο Μπετόβεν άρχισε από εκείνη την εποχή να υποφέρει συχνά από κρίσεις διάρροιας, πυρετό και κολικούς, ιδίως όταν έτρωγε και το δυσκολοχώνευτο. Ενώ εργαζότανε για τη “Συμφωνία αριθμός 3”, τη “Συμφωνία αριθμός 4” και τη “Συμφωνία αριθμός 5” και γνώριζε όλο και περισσότερες επιτυχίες, σημείωνε: “Μην αφήνεις την κώφωσή σου για να μείνει πια μυστική· ούτε καν στην τέχνη σου!”.

Με το πέρασμα των χρόνων ο Μπετόβεν δεν έγινε εντελώς κουφός. Στο αριστερό αυτί του του έμεινε πάντα κάποια μικρή αίσθηση ήχου. Πέρα απ’ αυτό ο βαθμός της κώφωσης του παρουσίαζε διακυμάνσεις. Ο Czerny π.χ. σημειώνει: “Στις χρονιές 1811 και 1812 σπούδαζα ακόμα μαζί του, και με διόρθωνε με τη μεγαλύτερη ακρίβεια, όπως και δέκα χρόνια νωρίτερα”.

Το 1814 ο εφευρέτης του χρονόμετρου Johann Nepmuk Malzel έφτιαξε τέσσερα ακουστικά κέρατα για τον συνθέτη. Τα ακουστικά όμως της εποχής ήταν ακατάλληλα και γινότανε γελοίος όποιος προσπαθούσε να τα χρησιμοποιήσει.
Από το 1818 ο Μπετόβεν χρησιμοποιεί τα τετράδια των συνομιλιών μέσω των οποίων “μιλούσε” με τους άλλους, και τους έβαζε να γράφουν εκεί τις απαντήσεις γιατί δυσκολευότανε πολύ να ακούσει.
Τον Νοέμβριο του 1822 ο Μπετόβεν επισκέπτεται μια ορχήστρα ως φιλοξενούμενος διευθυντής. Να τι λέει ο Anton Schindler για τη γενική δοκιμή του “Φιντέλιο”. “Η εισαγωγή πήγε στρωτά, αλλά στο πρώτο ντουέτο φάνηκε καθαρά ότι ο Μπετόβεν δεν άκουγε τίποτα από τους ήχους που έρχονταν από τη σκηνή. Έγινε επανάληψη. Και πάλι γενική σύγχυση. Ο κουφός στράφηκε ερωτηματικά προς τον Schindler που τον παρακάλεσε γραπτά να μην συνεχίσει άλλα να γυρίσει στο σπίτι μαζί του. Στη στιγμή ο Μπετόβεν πήδησε από τη θέση του και είπε μονάχα: “Πάμε από δω!”. Χωρίς να σταθεί έτρεξε στο διαμέρισμά του. Εκεί ρίχτηκε στο ντιβάνι, έκρυψε το πρόσωπό του μέσα στα χέρια του και έμεινε έτσι ως την ώρα που καθίσαμε στο τραπέζι. Αλλά και την ώρα του φαγητού, ούτε ήχος δεν βγήκε από τα χείλη του· ολόκληρη η μορφή του έδειχνε την πιο βαθιά απελπισία και κατάθλιψη”.

Παρ’ όλα αυτά στις αρχές του 1824 κάποιος άγνωστος σημείωνε στο τετράδιο συνομιλιών: “Όταν μιλώ δυνατά με καταλαβαίνετε ακόμα”. Την ίδια περίπου εποχή ο βιολονίστας Ignaz Schuppanzigh έκαμε έξω φρενών τον Μπετόβεν όταν χτύπησε τον τοίχο με ένα βαρύ κόκαλο παπουτσιών για να προκαλέσει κάποια εντύπωση στην ακοή του συνθέτη.

Ο Μπετόβεν πέθανε στις 26 Μαρτίου του 1827 από κίρρωση του ήπατος. Άφησε πίσω του ένα έργο που τον έκανε αθάνατο αλλά που ο ίδιος δεν μπόρεσε ίσως ποτέ ν’ απολαύσει πραγματικά. Μόνο ο θάνατός του μπόρεσε να τον απαλλάξει από το δράμα της κώφωσής του.

Του Ν. Παπακωνσταντίνου
Παλιό κείμενο από τις «Πνευματικές σελίδες» του Ροταράκτ Αθηνών Βορρά

(3340)