Εάν δεν επανήλθε εκατό στα εκατό, σίγουρα, επανέρχεται σε όλο του το μεγαλείο, ο κολοκυθόσπορος που ακούει στ’ όνομα πασατέμπος μια, καθόλα, σύνθετη Ιταλική λέξη από το ρήμα “passo” που σημαίνει “περνώ” και το ουσιαστικό “tempo” που σημαίνει “χρόνος”… Αυτός, λοιπόν είναι ο σπόρος πασατέμπος, ενταγμένος στους ξηρούς καρπούς… χωρίς να φημίζεται, ούτε για τις θεραπευτικές ικανότητές του, ούτε για τις παχυντικές –σιγά μήπως και παχύνουμε με τους κολοκυθόσπορους– ούτε… αν και κάτι καταφέρνει, σ’ εμάς τους άντρες, σχετικά με τον προστάτη… Η μοναδική ιδιότητα του είναι -αν και δεν μπορεί αυτό να θεωρηθεί ιδιότητα…- είναι να βοηθάει τον άνθρωπο στο να περνάει, όχι τον καιρό του –δε διαθέτει τέτοια μεγάλη ενέργεια και ιδιότητα– αλλά την ώρα του…! Εννοείται, τον αργόσχολο άνθρωπο… του οποίου το αργόσχολο, δεν προέρχεται από την οκνηρία του αλλά από την αναδουλειά που υπάρχει την σήμερον ημέραν…

Ε, λοιπόν, τελευταία, ρωτώντας φίλους μαγαζάτορες ξηρών καρπών… όλοι, μου λένε, πως ο ξεχασμένος, από τις 10ετίες του ’40, ’50 κι ’60, πασατέμπος, επανακάμπτει…· δειλά δειλά, βέβαια, όμως επανέρχεται σ’ όλο του το μεγαλείο ήτοι, “το μεγαλείο της φτώχειας”! Γιατί, αν υπάρχει δουλειά κι επομένως έσοδα και κέρδη και μπίζνες… ποιος κοιτάζει τον φτωχό πασατέμπο… όπως δεν τον κοίταζαν και όλα τα χρόνια τής, δυστυχώς, πλασματικής μπουρζουαζίας…!

Εκείνα τα χρόνια, ο πασατέμπος πουλιότανε στα καταστήματα ξηρών καρπών και ήτανε συνοδός της βόλτας, του κινηματογράφου, του ραχατιού και της ανεμελιάς… όπως είπαμε, όχι της εν γνώσει ανεμελιάς, αλλά της αναγκαστικής… της προερχόμενης από τη φτώχεια….! Εκεί, λοιπόν, πουλιότανε από πλανόδιους μικροπωλητές που περιέρχονταν τα υπαίθρια τραπεζάκια που καθότανε ο κοσμάκης και λιαζότανε ή στη βόλτα της πλατείας και του κεντρικού δρόμου… Άκουγες, λοιπόν, να διαλαλούνε «στραγάλια, φιστίκια, πασατέμπος» ή “ο πασατέμπος σας, ρε μόρτες, για να περνάει η ώρα” -αυτό το ‘λεγε, ο Κωτσαρίκος, ενώ ο Χρηστάρας το μετέτρεπε στο «ο τσάκα τσούκα σας, ρε παιδιά, για να περνάει η ώρα»… Μάλιστα, ο Κωτσαρίκος, διέθετε μπακιρένιο -με τζάμια- πανεράκι και αντί για εφημεριδένια χωνιά είχε ζελατίνες διαφόρων χρωμάτων… που πρόβαλλαν, “πιο μπάνικα”, το περιεχόμενο και σ’ έλκυαν περισσότερο…

Όμως, ωραίος ήτανε ο πρόσφυγας, Ζαφείρης, που ήτανε και λίγο ψευδός, και με τον οποίο έπαιζες «μονά ζυγά»…! Έπιανε με τη χούφτα του, κυρίως, φιστίκια, και σου ‘λεγε «μονά ή ζυγά;» και, ανάλογα, κέρδιζες ή έχανες αφού, αυτό, φαινότανε στο μετέπειτα μέτρημα…· αν, λοιπόν, το ‘βρισκες, τα ‘παιρνες όσα είχε στη χούφτα του, διαφορετικά τα πλήρωνες…

Ο Χρηστάρας διέθετε ένα μεγάλο καλαμένιο πανέρι –με χέρι- και, πάντα, το είχε στολίσει με τριαντάφυλλα και ντάλιες… Οι διάφοροι καρποί ήτανε τοποθετημένοι μέσα σε χειροποίητα χωνιά από εφημερίδες… με τον πασατέμπο –ένεκα φτώχειας– να έχει την πρωτοκαθεδρία στην πώληση… αφού τα φιστίκια και, προ πάντων, τα μύγδαλα και τα φουντούκια, ήτανε απλησίαστα λόγω ακρίβειας…

Πάμπολλα παιδιά, που, αργότερα, έγιναν μεγάλοι και τρανοί… απ’ εδώ το πεζοδρόμιο ξεκίνησαν πουλώντας πασατέμπο… με «πρυτάνεις»… στο είδος τους, τους Αρμένηδες, Σταυρόπουλο και Ματοσιάν, αλλά και τον “Τούρκο” Παπαδόπουλο που, με τον συνέταιρό του, τον Μπίνη, κάτω από τις προθήκες των λιλιπούτειων καταστημάτων τους, στην οδό Ανακτόρων και Χατζηχρήστου, τοποθετούσαν μαγκάλια με κάρβουνα που ζέσταιναν τα ξηροκάρπια… εξ’ ού και «τα καψερά σας, ρε μάγκες»… ενώ, αργότερα, που ήρθε το φως, είχαν κομπλάρει ηλεκτρικές αντιστάσεις…

Η καημένη η Τασιό, καθαρίστρια του κινηματογράφου “Αύρα”, κάθε πρωί, στο σκούπισμα, έβγαζε με τις οκάδες τα φλούδια από τον πασατέμπο… Έτσι και παρακολουθούσες, μάλιστα, ξένο αισθηματικό έργο -γράφε το ινδικό “Ναργκίς”- π.χ. στον “Έσπερο”, τρεις ήτανε οι υπόκωφοι ήχοι-θόρυβοι που αναδύονταν στην αίθουσα…: το τσάκα τσούκα του πασατέμπου, ο λυγμός από την υπόθεση του έργου και ο ψίθυρος της ανάγνωσης των λεζαντών από το συλλάβισμα του αγράμματου κοσμάκη… και, ιδίως των γυναικών…!

Εδώ, στα σινεμά, ο επιχειρηματίας διατηρούσε ο ίδιος κυλικείο, και στα διαλείμματα έβγαζε δυο παιδιά και πουλούσανε λεμονάδες και πασατέμπο ή νοίκιαζε το κυλικείο, που έκανε χρυσές δουλειές…· όπως, ευκαιριακά, χρυσές δουλειές έκανε και ο πλανόδιος πασατεμπάς στο γήπεδο!

Ήτανε ο λεπτός και ο χοντρός πασατέμπος, ο αλατισμένος και ο ανάλατος, ο ψημένος και ο ωμός… Εμείς, παιδιά, εκείνα τα χρόνια, χωρίς φόβο αλλά κι από άγνοια, τι θα ‘πει… νεφρά, χοληστερίνη… αγοράζαμε, με το μοναδικό πενηνταράκι που ‘χαμε στην τσέπη μας, πολύ αλμυρό και πολύ ξεροψημένο πασατέμπο… που, και τα δύο αυτά στοιχεία, τον έκαναν πολύ πιο νόστιμο…!

Η βόλτα στην κεντρική πλατεία ήτανε άνω-κάτω, από βορρά προς νότο και τανάπαλιν… ενώ στην πλ. Άρεως, τα καλοκαίρια, από δύση προς ανατολή και αντίθετα… Τον χειμώνα η βόλτα -κάπου 200 μ.- ήτανε στην Κωνσταντίνου ΙΒ’… πάνω κάτω… από την Εθνική Τράπεζα μέχρι τη Δημητρακοπούλου… Σε όλες αυτές τις πολύωρες βόλτες, προκειμένου «κάνουμε μάτι» στις κοπέλες κι αυτές σε ‘μας, καταβροχθίζαμε πολύ πασατέμπο… «πασατέμπο με τη σέσουλα»… Από την αλμύρα έσκαζαν τα χείλια μας και η δίψα μάς οδηγούσε, στο ζαχαροπλαστείο του Θοδόση, όπου πίναμε παγωμένο νερό, δωρεάν -ο Θοδόσης πρέπει να θεωρείται, πανελλαδικά, ως ο πρόδρομος του μάρκετινγκ…! Ναι· εκείνα τα χρόνια, δεν διαθέταμε ψυγεία στα σπίτια μας… Τρώγαμε πασατέμπο και τα φλούδια τα ρίχναμε καταγής… αφού, τότε, το θέμα, καθαριότητα, δεν ήτανε όπως σήμερα, σε πρώτη διάταξη… αλλά, να φανταστείς, ότι έτρωγες ψωμοτύρι παρέα με καμιά δεκαριά και είκοσι μύγες!

Επανέρχεται, λοιπόν, ο πασατέμπος την σήμερον ημέραν… -έτσι λένε οι καταστηματάρχες και τα μερομήνια…- αφού, πώς θα περάσει ο νέος την ώρα του αλλά και ο ώριμος που πάσχει από αναδουλειά και κάθεται στον καφενέ… Γι’ αυτό, όσοι δεν έχετε δοκιμάσει, αγοράστε… και προσοχή, άλλο ηλιόσπορος και άλλο πασατέμπος…· φτηνός είναι, και δοκιμάστε… «ο τσάκα τσούκα σας, ρε μάγκες, για να περνάει η ώρα»…

Ν.Γ.

(143)