Ο διαπρεπής Έλληνας χορογράφος μιλά για τη λαμπρή σταδιοδρομία του, την άποψή του για τον χορό και το έργο του «Links» που θα δούμε τον Απρίλιο στο Θέατρο Ολύμπια.

Η πορεία του στον χορό δεν είναι αυτονόητη. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ιεράπετρα της Κρήτης, σ’ έναν τόπο όπου οι κοινωνικοί ρόλοι είναι αυστηρά καθορισμένοι – ως εκ τούτου θα περίμενε κανείς να μην επέτρεπαν σ’ έναν έφηβο να κάνει μαθήματα μπαλέτου. Κι όμως. Οι γονείς του δεν είχαν πρόβλημα και ήρθαν τα πράγματα έτσι, ώστε ο Αντώνης Φωνιαδάκης (γεν. 1971), από τη σχολή της Νίκης Παπαδάκη, να έρθει στην Αθήνα το 1990 για να σπουδάσει χορό στην Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης. Τότε δεν μπορούσε καν να φανταστεί ότι το μέλλον του, και μια ζωή ανοιχτή σε διαρκώς καινούργιες εμπειρίες σε όλον τον κόσμο, θα ήταν συνδεδεμένα με τον χορό. Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

«Περνούσα μια μέρα έξω από μια δημοτική σχολή μπαλέτου που είχε ανοίξει, είδα τα παιδιά που περίμεναν για το μάθημα με τα ειδικά ρούχα και ή ζήλεψα ή θαύμασα. Είπα στη μητέρα μου ότι ήθελα να κάνω κι εγώ και μ’ έγραψε χωρίς δεύτερη κουβέντα. Δεν είχα αντιρρήσεις και ενδοιασμούς από τους γονείς μου, δεν θεώρησαν ότι έπρεπε να με αποτρέψουν για τα μάτια του κόσμου, παρότι ήταν άνθρωποι που δεν είχαν σχέση με τις τέχνες. Η μόνη καλλιτεχνική αναφορά στο οικογενειακό μου περιβάλλον ήταν ο παππούς μου, που ήταν από το Αϊβαλί της Μικράς Ασίας και έπαιζε μαντολίνο. Μόνο στήριξη θυμάμαι απ’ αυτούς –η σχέση μας πάντα βασιζόταν στην αγάπη και στην κατανόηση–, κι ας ήμουν το μοναδικό αγόρι στη σχολή. Η επιθυμία μου να κάνω μαθήματα χορού ήταν ενστικτώδης, δεν ήξερα τι ακριβώς σημαίνει μπαλέτο, ούτε ποιες ήταν οι απαιτήσεις. Πιο πριν, όπως τα περισσότερα αγόρια στην Κρήτη, είχα κάνει μαθήματα παραδοσιακών χορών, οπότε έμοιαζε σαν συνέχεια στο πλαίσιο μιας εξωσχολικής δραστηριότητας. Πειράγματα και χλευασμό, αυτό που σήμερα λέμε bullying, αντιμετώπισα εκτός σπιτιού. Δεν ήταν εύκολη η καθημερινότητα για μένα, ντρεπόμουν να αναφέρω ότι πάω στη σχολή χορού, δεν το συζητούσα. Η κοινωνία είναι σκληρή, και ιδίως τα παιδιά. Αντιδρούν αυθόρμητα, δεν επεξεργάζονται sτο μυαλό τους τι σημαίνει το ένα και το άλλο και ποιες είναι οι συνέπειες της συμπεριφοράς τους. Δεν δικαιολογώ, είναι η φύση των πραγμάτων έτσι. Η μόνη στιγμή που αισθανόμουν καλά ήταν όταν κάναμε παραστάσεις και δεχόμουν τοn θαυμασμό για τη συμμετοχή και τις επιδόσεις μου».

Ο χορός μου είναι γρήγορος, ρευστός, μάλλον κυκλικής φόρμας, όχι γωνιώδης. Με ενδιαφέρει η σχέση ταχύτητας και χρόνου. Μπορεί οι ταχύτητες στην κίνηση που ζητώ να δυσκολεύουν τους χορευτές, ωστόσο η ταχύτητα καθαυτή και η ρευστότητα βοηθάνε την κίνηση να απελευθερωθεί, να χαλαρώσει.

Δεν ήταν, πάντως, εκείνη την περίοδο της ζωής του που ξεκαθάρισε μέσα του ότι ήθελε να ασχοληθεί επαγγελματικά με τον χορό αλλά αρκετά χρόνια αργότερα. «Τελειώνοντας το Λύκειο, δεν μου άρεσε τίποτα και δεν ήθελα πανεπιστημιακές σπουδές. Είχα μια τάση προς το σχέδιο, έλεγα μήπως ασχολιόμουν με τις καλές τέχνες αλλά και πάλι δεν ήταν σαφής η επιθυμία μου και δεν ήμουν προετοιμασμένος. Όταν ήρθε, λοιπόν, η ώρα να αποφασίσω τι θα κάνω, αυτό που θυμόμουν ήταν ότι σε όλη την εφηβεία μου χόρευα. Κάποιοι φίλοι μου, που μ’ αγαπούσαν πολύ, μου είπαν: «αφού θέλεις να χορεύεις, ασχολήσου με τον χορό». Την ίδια προτροπή είχα και από τη δασκάλα μου, τη Νίκη Παπαδάκη, η οποία μ’ έστειλε να δώσω εξετάσεις στην Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης. Αφού δεν είχα κάτι άλλο να κάνω που να με εκφράζει περισσότερο, ήρθα στην Αθήνα κι έδωσα εξετάσεις. Και πέρασα. Στην απόφασή μου έπαιξε ρόλο το ότι ήθελα να ξεφύγω από την επαρχία και ότι ήθελα ν’ ασχοληθώ με κάτι που δεν θα με καταπίεζε. Εννοείται πως ούτε καν περνούσε από το μυαλό να δω τον χορό ως επαγγελματική προοπτική». Στην Αθήνα, πια, τα πράγματα, λέει, εξελίχθηκαν κάπως τυχαία και σε στενή σχέση με την προσωπική του ζωή. Γιατί, έπειτα από δύο χρόνια στην Κρατική Σχολή Χορού, αποφάσισε να ακολουθήσει τη σχέση που είχε τότε στη Λωζάννη, στο σχολείο του Μπεζάρ, τη Rudra. «Να, όμως, που έτυχε την ίδια εποχή να κάνει ο Μπεζάρ ακρόαση στην Αθήνα για τη Rudra! Πέρασα από την ακρόαση και με πήρε, κι έτσι βρέθηκα κι εγώ στη Λωζάννη, χωρίς να έχω επίγνωση ποιος ήταν ο Μπεζάρ, πού πάω, τι θέλω πραγματικά. Η Rudra ήταν σαν εισιτήριο για να ακολουθήσω αυτό που μ’ ευχαριστούσε στην προσωπική μου ζωή. Βέβαια, και ο χορός με ευχαριστούσε, αλλά δεν ήταν πρώτος στην κλίμακα των επιλογών μου».

Τον ρωτώ να μου πει για τον Μπεζάρ και τη σχολή του – τι είναι αυτό, τελικά, που ξεχωρίζει ανθρώπους που έχουν γράψει ξεχωριστά κεφάλαια στην Ιστορία του χορού.

«Δούλεψα μαζί του και αργότερα συμμετείχα και σε παραστάσεις του Μπαλέτου Μπεζάρ (1994-6). Τον Μωρίς Μπεζάρ τον ενδιέφερε περισσότερο η «δημιουργικότητα» του χορευτή και όχι τόσο η τεχνική αρτιότητα – ήθελε οντότητες πιο ολοκληρωμένες από χορευτές τεχνικά τέλειους. Ήταν ένας πολύ πνευματικός άνθρωπος, πολύ μορφωμένος, Μου έκανε εντύπωση πώς δικαιολογούσε τον χορό του σε σχέση με τον κόσμο γύρω του. Τα δικά του προσωπικά βιώματα της στιγμής, σε αναφορά με την κοινωνία, τροφοδοτούσαν την τέχνη του. Ήταν για μένα μία από πιο σημαντικές περιόδους της εκπαίδευσής μου. Σε πολλά απ’ όσα μου δόθηκαν τότε οφείλω το πώς λειτουργώ σήμερα ως χορογράφος. Και ήταν ο πρώτος που μου έδωσε την ευκαιρία να χορογραφήσω και μέσα στο σχολείο και στην ομάδα αργότερα.

Αυτό που ξεχωρίζει έναν μεγάλο δημιουργό, τον Μπεζάρ, τον Φορσάιθ, τον Κάνιγχαμ, τον Ματς Εκ, τον Γίρζι Κίλιαν και διάφορους άλλους που με επηρέασαν, είναι ότι έχει καταπιαστεί με κάτι που τον παθιάζει, που το κατέχει και το έχει φέρει σ’ ένα επίπεδο τόσο υψηλό και μαζί τόσο προσωπικό, τόσο βιωματικό, που η ίδια η δουλειά γίνεται ο εαυτός τους και το αντίστροφο. Είναι άκρως πνευματικά όντα, έχουν μια οντότητα πλούσια και πυκνή που εμπνέει τους άλλους, τους χορευτές εν προκειμένω. Το μαγικό με τους σπουδαίους δημιουργούς έχει πάντα να κάνει με τη σχέση της τέχνη τους με την προσωπικότητα και τη ζωή τους».

Εκ των πραγμάτων, έχοντας χορέψει και χορογραφήσει με διαφορετικές ομάδες σε όλον τον κόσμο, γνωρίζει από πρώτο χέρι διαφορετικές μεθόδους εκπαίδευσης. Τον ρωτώ ποια νομίζει ότι είναι η πιο δύσκολη. «Η έννοια «δυσκολία» έχει διαφορετικά επίπεδα εννόησης και έντασης στην πράξη. Διαφορετικά στυλ χορού έχουν διαφορετικές δυσκολίες ως προς τον τρόπο που ο χορευτής χρησιμοποιεί το σώμα του. Όταν ήμουν χορευτής, με δυσκόλευε η μέθοδος της Γκράχαμ, τη θεωρούσα πολύ σκληρή αντιμετώπιση εκγύμνασης. Επίσης και η τεχνική του Κάνιγχαμ είναι πολύ επίπονη. Αλλά σε όλες τις τεχνικές η σωματική κόπωση είναι πολύ μεγάλη, γιατί ο χορός αφορά μια υπέρβαση της κινητικής δυνατότητας του ανθρώπινου κορμιού».

Μου λέει ότι παρότι η εκπαίδευση του κλασικού χορού είναι ολοκληρωμένη εδώ και πολλές δεκαετίες, αν δεις χορευτές της δεκαετίας του 1930 και τους συγκρίνεις με τους σημερινούς, διαπιστώνεις ότι οι σημερινοί έχουν κορμιά πολύ πιο έξυπνα και πιο ευέλικτα – είναι ασύγκριτα καλύτεροι. «Αν θεωρώ αναγκαία σ’ έναν χορευτή την εκπαίδευση στον κλασικό χορό; Δεν είναι απαραίτητη, αλλά εξαρτάται ποια από τις πολλές κατευθύνσεις του σύγχρονου χορού θέλει καθένας να ακολουθήσει. Πώς θέλει να εκφραστεί. Παρ’ όλα αυτά, επειδή γνωρίζω καλά τι σημαίνει να έχει ή να μην έχει ο χορευτής εκπαίδευση στον κλασικό χορό, αποτελεί σαφώς πλεονέκτημα, ασχέτως του αν θα ασχοληθεί με άλλο στυλ χορού. Γιατί στο μπαλέτο ο χορευτής κατανοεί καλά τον χώρο και τη σχέση του σώματός του με τα άλλα σώματα, τον συντονισμό. Όταν κατέχεις τις κλασικές συντεταγμένες, είναι πολύ πιο εύκολο να μετακινηθείς προς άλλους τρόπους κινητικής έκφρασης – το αντίστροφο είναι πολύ πιο δύσκολο, το να αποδεσμευτείς δηλαδή από μια τεχνική που δεν έχει αυτή την αρτιότητα στη γραμμή, το ζύγισμα, την αισθητική του κλασικού χορού».

Αυτό που ξεχωρίζει έναν μεγάλο δημιουργό είναι ότι έχει καταπιαστεί με κάτι που τον παθιάζει, που το κατέχει και το έχει φέρει σ’ ένα επίπεδο τόσο υψηλό και μαζί τόσο προσωπικό, τόσο βιωματικό, που η ίδια η δουλειά γίνεται ο εαυτός τους και το αντίστροφο.

Ο Αντώνης Φωνιαδάκης, από την πρώτη χορογραφία του, το «Selon Désir» του 2004 (πρώτο μέρος της παράστασης Links που θα δούμε στη Λυρική Σκηνή), έως σήμερα έχει διαμορφώσει, και συνεχίζει να επεξεργάζεται, τη δική του τεχνική. «Τα βασικά μου ζητούμενα είναι να έχουν οι χορευτές καλό συντονισμό των άκρων, ενώ παραμένουν παρά πολύ κοντά στο έδαφος. Χρειάζομαι εύπλαστους χορευτές, με δυνατό το κέντρο τους και παράλληλα με ευκρίνεια κινήσεων στα μέλη. Ο χορός μου είναι γρήγορος, ρευστός, μάλλον κυκλικής φόρμας, όχι γωνιώδης. Με ενδιαφέρει η σχέση ταχύτητας και χρόνου. Μπορεί οι ταχύτητες στην κίνηση που ζητώ να δυσκολεύουν τους χορευτές, ωστόσο η ταχύτητα καθαυτή και η ρευστότητα βοηθάνε την κίνηση να απελευθερωθεί, να χαλαρώσει. Δεν ξεκινώ να χορογραφώ πατώντας πάνω σε συγκεκριμένα από παλιά μοτίβα ή σε μια ήδη διαμορφωμένη ιδέα. Σταθερό παραμένει το αίτημα ο χορευτής να μεταφέρει την αίσθηση ενός οργανισμού σε εγρήγορση που αντιδρά άμεσα σε ερεθίσματα μουσικά, δραματουργικά, συναισθηματικά. Θέλω κορμιά ξύπνια, ευαίσθητα και άκρως ανθρώπινα».

Από τη στιγμή που έφυγε από το σπίτι του στην Ιεράπετρα δεν σταμάτησε να ταξιδεύει. Μέσα στα χρόνια, έμαθε να είναι νομάς, λέει. «Ακόμη και τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Μπαλέτου της Λυρικής ως ταξίδι τη βλέπω, όχι ως κατάληξη. Θα είναι μια ωραία συνεργασία που θα προκαλέσει εσωτερικές αλλά και πρακτικές μετατοπίσεις. Η βάση μου είναι στο Παρίσι και δεν πρόκειται να την αφήσω επειδή τα επόμενα τρία χρόνια η κύρια δουλειά μου θα είναι εδώ. Πιστεύω ότι όταν μένεις κάπου σταθερά, συνηθίζεις να σε βλέπουν οι άλλοι με έναν συγκεκριμένο τρόπο, ενώ όταν αλλάζεις τόπους διαμονής και εργασίας, αλλάζει και ο τρόπος που βλέπεις τον εαυτό σου, γίνεσαι καλύτερος (πρέπει να βρεις εργαλεία για να αντιμετωπίσεις τα νέα ερωτήματα που τίθενται, τις νέες δυσκολίες), κατανοείς καλύτερα και τον εαυτό σου και τους άλλους. Τώρα πια λέω ότι πάσχω από την «ασθένεια» τού να θέλω να είμαι εδώ. Δεν ξέρω αν πρόκειται για τάση φυγής ή για τάση προορισμού, να φτάσω κάπου. Νομίζω πως είναι το δεύτερο: πιστεύω ότι υπάρχει κάποιος προορισμός στον οποίο δεν έχω φτάσει».

Θα περίμενε κανείς ότι την πρώτη, «επίσημη» χορογραφία του, το «Selon Désir», για το Μπαλέτο της Γενεύης θα την άφηνε πίσω ως πρωτόλεια. Κι όμως, εξετάζοντας τα έργα που έχει χορογραφήσει μέχρι σήμερα, ο Αντώνης Φωνιαδάκης το ξεχωρίζει για την πολυπλοκότητά του στη σύνθεση και με τη μουσική και με τον χώρο. «Είναι ό,τι πιο σύνθετο έχω κάνει, εννοώντας τη σύνθεση ως «αρχιτεκτονική» σχέση χώρου και χρόνου. Προέκυψε τελείως αυθόρμητα, χωρίς πρόθεση να δηλώσω κάτι αξιωματικά ή προγραμματικά. Είναι πραγματικά μια προσφορά της νεότητάς μου σ’ ένα σύνολο χορευτών νεοκλασικού χαρακτήρα (που έκανε τότε άνοιγμα σε περισσότερο μοντέρνο ρεπερτόριο) από ανασφάλεια, από ανάγκη, από αγάπη, για να υπηρετήσω την ίδια στιγμή δύο καταπληκτικά μουσικά έργα, το «Κατά Ματθαίον» και το «Κατά Ιωάννη» του Μπαχ (τις ουβερτούρες τους). Είναι ένα τεχνικά δύσκολο έργο γιατί απαιτεί μεγάλη αντοχή από τους χορευτές, και σε σχέση με τη μουσικότητα και την ποιότητα της κίνησης πάνω στα συγκεκριμένα μουσικά έργα».

Aντιδρά όταν τον ρωτώ για τη διαφορά καθαρού ή conceptual χορού. «Καθαρό χορό κάνω, αλλά καθαρός χορός δεν σημαίνει γυμναστικές επιδείξεις. Απαιτεί πνευματικότητα και διανοητική επεξεργασία έντονη –δεν είναι απλώς show, χωρίς βάθος και ψυχή. Ο χορός μου είναι καθαρά σωματικός, αλλά απαιτεί έντονη διανοητική προσπάθεια για τη δομή και την επεξεργασία της σύνθεσης αλλά και για τη δουλειά της ερμηνείας της από τους χορευτές. Έχω δεχθεί κριτική για το «Selon Désir» ότι δεν έχει καμία μορφή αρχιτεκτονικής δομής, κάτι που είναι αδύνατο γιατί τότε δεν θα μπορούσε να δουλευτεί. Για να επιτευχθεί αυτό, να δώσει δηλαδή το έργο την εντύπωση του χαοτικού, προϋποτίθεται σκληρή δουλειά. Και έργα του Κάνιγχαμ δίνουν την εντύπωση τυχαίων δράσεων, αλλά μόνο τυχαία δεν είναι. Άλλωστε, και η ίδια η δομή των (θρησκευτικών) έργων του Μπαχ αναγκαστικά «καθοδηγούν» την κίνηση – είναι άρτια στημένες «μηχανές» για να μπορέσουν να ανυψώσουν το πνεύμα των πιστών και να τους οδηγήσουν στην επαφή με το θείο. Και στο έργο μου υπάρχουν οι δύο διαστάσεις, του επίγειου και του ουράνιου. Η πρώτη αφορά την ευάλωτη ανθρώπινη φύση, που παλεύει και φθείρεται. Η δεύτερη τον χώρο της ανάτασης, της ευφορίας πέρα από τη φθορά και τη θνητότητα – στην κίνηση αυτό αποδίδεται με απουσία συγκρούσεων και με μια εντύπωση έλλειψης βαρύτητας, μια αίσθηση ρευστότητας και, αν μπορούσε, αιώρησης».

Το πρώτο έργο κρατάει 23 λεπτά, το δεύτερο 18 και το τρίτο 30 λεπτά. Επεδίωξε τη σύνδεση του παλαιότερου έργου με τα δύο καινούργια, που χορογράφησε τώρα για το Μπαλέτο της Λυρικής, μέσω της μουσικής μπαρόκ, έργων του Μπαχ και του Χαίντελ. Η σκέψη πίσω απ’ αυτή την επιλογή έχει να κάνει με τη σύνδεση της εποχής του μπαρόκ με το σήμερα και της δικής του σχέσης μ’ αυτήν τη μουσική. Γι’ αυτό και η παράσταση έχει τίτλο «Links». «Κρατάω κάποια χαρακτηριστικά της γραφής μου του 2004, αλλά λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ του Μπαλέτου της Λυρικής και, βέβαια, κάποια βιώματα δικά μου μέσα στα χρόνια. Δεν ξεχνώ ότι είναι ένα σύνολο χορευτών νεοκλασικού χαρακτήρα, γι’ αυτό και προσπαθώ να κρατήσω τάσεις και εντάσεις του κλασικού/νεοκλασικού χορού, εμπλουτίζοντας τη χορογραφία με τον τρόπο του δικού μου ύφους – με διάθεση συνάντησης που νομίζω ότι προκαλεί και τους χορευτές και εμένα.

Η μουσική των δύο καινούργιων έργων ανήκει στα best of των δύο συνθετών. Αυτό που επιδιώκω είναι να ξαφνιάσω το κοινό με τον τρόπο που αντιμετωπίζονται κινησιολογικά αυτές οι δημοφιλείς μουσικές συνθέσεις, παρότι οι χορευτές χορεύουν με πουέντ. Το «Air» είναι σαν δύο εσπρέσο, σύντομο και έντονο. Το τρίτο κομμάτι («Links») ήθελα να είναι ένα έργο in memoriam, ήσυχο και μουσικά και κινησιολογικά, κάπως μελαγχολικό, γιατί η μουσική μπαρόκ, παρά το μεγαλείο της, δεν έχει σχέση με την εποχή μας. Λέμε ευτυχώς που αφήσαμε πίσω το μπαρόκ γιατί η ζωή προχωράει, αλλά αυτό δεν αποκλείει τη λύπη γι’ αυτή την ομορφιά που χάθηκε. Είναι μια μουσική που υπενθυμίζει ότι έχουμε ανάγκη κάτι που να μας αποκόπτει από την πραγματικότητα, να ερχόμαστε για λίγο σε επαφή μ’ ένα τοπίο που να μας ξεκουράζει από την καθημερινότητα και την πραγματικότητα».

«Links» Αντώνης Φωνιαδάκης / Γ. Σ. Μπαχ – Γ. Φ. Χαίντελ -Z. Tαρρίντ
Νέα παραγωγή
Χορογραφία: Αντώνης Φωνιαδάκης – APOTOSOMA
3, 6, 10, 19, 22, 23 Απριλίου 2016
Θέατρο Ολύμπια
Ακαδημίας 59-61
Ώρα έναρξης: 20.00
www.nationalopera.gr

Πηγή:www.lifo.gr

(12)