(Από το βιβλίο του Θανάση Νιάρχου (εκδ. Καστανιώτη) σ’ επιμέλεια Χρυσ. Κριμπά)

Πάντα μπερδεύεται κανείς με τα ονόματα-μύθους. Ο Μίκης Θεοδωράκης, μια καθημερινή και οικεία μας πραγματικότητα, που ταυτόχρονα το παρελθόν της έχει περάσει στην περιοχή του θρύλου, μας μιλάει για τα παιδικά του χρόνια. Θα γίνουν κοινωνοί όλων των αναπολήσεών του, δυστυχώς όμως δεν μπορούν όλοι να ζήσουν αυτή την ανεπανάληπτη ατμόσφαιρα που δημιουργεί η σωματική του παρουσία: ένας άντρας με παιδικό χαμόγελο, που αυθόρμητα, ποιητικά, περνάει από τις επιδράσεις που δέχτηκε από τη δυτική μουσική, χωρίς να πάψει να είναι Έλληνας, στην από μνήμης παράθεση ολόκληρων μονολόγων της Όμορφης πόλης και από τη βίαιη «υποδοχή» με πέτρες που επιφύλαξαν κάποτε οι κάτοικοι της Νάουσας στον ίδιο, την Αλέκα Παΐζη και τον Γρηγόρη Μπιθικώτση στην «παράνομη» συνάντησή του με τον Μάνο Χατζιδάκι, την εποχή που ο κόσμος και τα μέσα επικοινωνίας τούς ήθελαν σε αντίπαλα στρατόπεδα.

– Ποια είναι τα πρόσωπα που αισθάνεστε να έχουν σφραγίσει ανεξίτηλα τα παιδικά σας χρόνια και η αναπόλησή τους είναι για σας σήμερα πηγή ζωής;

– Τα παιδικά μου χρόνια είναι μοιρασμένα στα μέρη που έζησα. Το ίδιο και οι αναμνήσεις. Λέσβος, Γιάννενα (με μικρά ενδιάμεσα στη Σύρο και την Αθήνα), Αργοστόλι. Στην Πάτρα θα πάω στην πρώτη γυμνασίου. Τέλος των παιδικών. Αρχή της εφηβείας. Λέσβος για μένα σημαίνει προπαντός Βαριά, η εξοχή έξω απ’ τη Μυτιλήνη, με το σπίτι πλάι στη θάλασσα, τα δέντρα, τα νερά. Τους κήπους με τα λουλούδια. Και φυσικά, οι γονείς μου που κάθε μέρα τους ανακάλυπτα και τους αγαπούσα πιο πολύ. Αυτή υπήρξε εξάλλου η κυρίαρχη σχέση σε όλη μου τη ζωή, έως ότου τους έχασα και η γεύση μου άλλαξε ριζικά έκτοτε για τα πράγματα και τους ανθρώπους. Τίποτα δεν ήταν πια ίδιο για μένα. Παππούδες, γιαγιάδες, θείες, θείοι και ξαδέλφια πλημμύρισαν τα παιδικά μου χρόνια μέσα σε ένα συνεχές γαϊτανάκι χαράς. Τα πρόσωπά τους στη μνήμη μου παραμένουν ευγενικά, χαρούμενα, ευτυχισμένα, τις πιο πολλές φορές να τραγουδούν… Αυτή η χαρά, η λουσμένη στο φως, υπάρχει πάντα μέσα μου σαν ένα ανεξίτηλο διαρκές βίωμα και νομίζω πως γι’ αυτόν τον λόγο υπήρξα τόσο αισιόδοξος και τόσο σίγουρος για τις σκέψεις, τα έργα και τις πράξεις μου. Απόδειξη, ότι όσο γερνώ η μνήμη μου στρέφεται όλο και πιο πολύ σ’ εκείνα τα χρόνια. Ενώ πρόσωπα και γεγονότα που είχαν βυθιστεί στη λήθη αναδύονται κάθε μέρα και πιο καθαρά. Φαίνεται ότι πάει να κλείσει κάποιος κύκλος…

– Μιλήστε μας για τα πρώτα σας διαβάσματα. Πρόκειται για βιβλία που τα «ανακαλύψατε» μόνο σας ή για βιβλία που υπήρχαν στην οικογένειά σας;

– Στη Βαριά τα βράδια του θέρους κοιμόμαστε όλοι μαζί έξω στον κήπο, πλάι στη θάλασσα. Κοιτάζοντας τον ουρανό, ο πατέρας μου άρχισε να μου μιλά για τα άστρα και τους αστερισμούς. Νομίζω ότι αυτό υπήρξε το πρώτο μου βιβλίο: ο ουρανός. Ο παππούς μου, ο Κρητικός, ο Μιχαήλ, καθόταν πάντα με ένα βιβλίο στο χέρι. Αυτό με είχε εντυπωσιάσει. Στο σπίτι το κυρίαρχο έπιπλο ήταν η βιβλιοθήκη. Από πόλη σε πόλη βοηθούσα κι εγώ να βάλουμε τα βιβλία σε κούτες για τη μεταφορά. Μου άρεσαν τα εξώφυλλα, το δέσιμο, η μυρωδιά του χαρτιού… Νομίζω ότι ξεκίνησα με τον Ιούλιο Βερν στο Αργοστόλι… Οι άθλιοι και Η Παναγία των Παρισίων του Ουγκώ… Περιέργως, την ίδια εποχή, η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη στη βιβλιόδετη έκδοση Ελευθερουδάκη. Εκεί, νομίζω, υπήρχαν ο Φάουστ του Γκαίτε και τα Κατά συνθήκη ψεύδη του Μαξ Νορντάου.
Μεταξύ των παιδικών χρόνων και εφηβείας διάβασα τους Μεγάλους μύστες, ανακάλυψα τον Κνουτ Χάμσουν και τους μεγάλους Ρώσους Τουργκένιεφ, Τολστόι, Ντοστογιέφσκι, που κυριάρχησαν μέσα μου απολύτως. Μπορώ να πω ότι με διέπλασαν. Ποίηση; Είχαμε τα Άπαντα του Σολωμού με το κόκκινο χοντρό εξώφυλλο και τον πρόλογο του Πολυλά, καθώς και το μεγάλο σε σχήμα και μπλε σε χρώμα Δειλοί και σκληροί στίχοι του Κωστή Παλαμά σε έκδοση του Σικάγου! Αυτά τα δύο τα διάβασα νωρίς. Μπορεί και στο Αργοστόλι… Το βιβλίο υπήρξε, μπορώ να πω, το πάθος της οικογένειας. Ο παππούς μου άφησε πλήθος σπάνιων βιβλίων, ακόμα και του περασμένου, του δέκατου ένατου αιώνα. Ο πατέρας μου, πάλι, αγόραζε τακτικά βιβλία, τα οποία έδενε με δέρμα, ενώ του άρεσε να χαράζει με χρυσά γράμματα τίτλους και ονόματα. Του άρεσαν οι σειρές. Έτσι, στη βιβλιοθήκη μας σπάνια έβλεπες ένα βιβλίο μεμονωμένο. Ήταν όλα γκρουπαρισμένα σε σχήματα και σε χρώματα. Μέγιστο έργο του, η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Ελευθερουδάκη, την οποία αγόρασε τεύχος τεύχος για να τη δέσει σε είκοσι τέσσερις μεγάλους τόμους με δέρμα μαύρο και τιρκουάζ. Άλλες σημαντικές σειρές: η Ιστορία του ελληνικού έθνους του Παπαρρηγόπουλου και φυσικά η σειρά του Πάπυρου –κάτασπρη- με τα αρχαία κείμενα. Ωραία μικρή σειρά υπήρξαν επίσης οι μεταφράσεις του Γρυπάρη σε μπεζ ανοιχτό.
Κάθε βράδυ καθόμαστε πλάι στη βιβλιοθήκη και, όταν δεν την τακτοποιούσαμε, βυθιζόμαστε ο καθένας στην ανάγνωση του βιβλίου του. Πόσο μου άρεσε τότε η φράση του Τουργκένιεφ: «Αν ο άνθρωπος γίνει κάποτε βασιλιάς, θα έχει για θρόνο του το βιβλίο».

– Ως παιδί, ποιες ήταν οι σχέσεις σας με τους άλλους και ιδιαίτερα με τους συνομηλίκους σας; Υπήρξατε παιδί μονόχνοτο και κλειστό ή παιδί προσηνές και ανοιχτό;

– Η γειτονιά με μεθούσε… Με το παιχνίδι και τους φίλους έχανα τα λογικά μου. Δινόμουν με ψυχή και σώμα σε ό,τι έπαιζα… Και όταν γύριζα εξαντλημένος στο σπίτι, ήμουν μέσα στα χώματα, στις λάσπες και στις μικροπληγές. Εκείνες στα γόνατα και στους αστραγάλους δεν έφευγαν ποτέ. Θυμάμαι τη μητέρα μου να μου πλένει κάθε βράδυ τα πόδια και τον πατέρα μου, καθισμένο σε ειδικό σκαμνάκι, να μου βάζει οξυζενέ, ιώδιο, αλοιφές και επιδέσμους.
Ήταν φυσικό να συνδεθώ με φίλους. Μερικοί απ’ αυτούς ξεχώρισαν και συνεχίσαμε να έχουμε επαφή σε όλη μας τη ζωή. Ακόμα κι από τη Βαριά είχα φίλες και φίλους που δεν υπάρχουν δυστυχώς πια. Από το Αργοστόλι, όπου ήμουν λίγο πιο μεγάλος, διατηρούσα με τους φίλους μου πάντοτε σχέσεις και, όταν πηγαίνω εκεί, ελπίζω να συναντώ κανέναν εναπομείναντα…
Ο φίλος υπήρξε κάτι φυσικό για μένα, δεδομένου ότι εμπιστευόμουν εύκολα, τα έδινα όλα, γιατί φαίνεται ότι το είχα ανάγκη να το κάνω. Φυσικά, όταν κάποιος με απογοήτευε, ο πόνος ήταν μεγάλος, γιατί το θεωρούσα προδοσία. Αυτό όμως συνέβαινε σπάνια. Γενικά, οι επιλογές μου υπήρξαν καλές και έτσι σε όλη μου τη ζωή έως σήμερα περιστοιχίστηκα από φίλους καλούς και πιστούς, που μοιράζομαι μαζί τους πολλά και ακριβά, κι αυτό μου δίνει όχι μόνο ευτυχία αλλά και δύναμη.

– Φαντάζεται κανείς (καθώς αναγνωρίζει μια θετική στάση απέναντι σε όλο το φάσμα των παιδικών χρόνων) πως εξίσου θετική θα είναι και η αναπόληση των δασκάλων σας.

– Είχα καλές δασκάλες και δασκάλους και αργότερα καθηγητές. Όσο ζούσε ακόμα ο τελευταίος καθηγητής μας των μαθηματικών, ο κ. Λυκάκης, μαζευόμαστε κάθε χρόνο στην Τρίπολη όλοι οι συμμαθητές της τάξης. Διαβάζαμε το απουσιολόγιο, βγάζαμε λόγους και κυρίως τιμούσαμε τον καθηγητή μας. Από όλους εδώ θα αναφέρω τον κύριο Σταματάτο, τον δάσκαλό μου στο Αργοστόλι από Τρίτη έως έκτη δημοτικού, που ξαφνικά τον είδα μπροστά μου να βαδίζει με τους δυο γιους του στο Τέταρτο Τάγμα της Μακρονήσου μια χειμωνιάτικη μέρα και η καρδιά μου σταμάτησε από συγκίνηση.

– Πώς θα χαρακτηρίζατε την παιδική ηλικία του κάθε ανθρώπου ως ένα «κλειστό σύστημα ζωής»;

– Είναι έγκλημα η σκληρότητα στα παιδικά χρόνια. Το παιδί δεν έχει ακόμα «δέρμα» για να προφυλαχτεί και η ψυχή του μπορεί να πληγωθεί και να ματώσει ανεπανόρθωτα ακόμα και με μια ασήμαντη γρατσουνιά. Ένα φύσημα…
Αυτό που θα γίνουμε έχει σχεδόν ολόκληρο διαμορφωθεί στην παιδική μας ηλικία. Μια ζύμη πριν μπούμε στο μεγάλο φούρνο της ζωής και το ψωμί που θα γίνουμε κουβαλάει για πάντα επάνω του ακόμα και το πιο μικρό σημαδάκι, την πιο ανεπαίσθητη αμυχή.

– Θα ‘χε τρομερό ενδιαφέρον να σας ακούσει κανείς να μιλάτε για τα πρώτα μουσικά σας ακούσματα.

– Σας είπα ότι η παιδική μου ηλικία θυμίζει μέσα μου ένα μεγάλο συνεχές τραγούδι… Θα ήταν καλύτερα αν έλεγα «μια συνεχή, αδιάκοπη μουσική». Γιατί υπήρξε και το… γραμμόφωνο από την εποχή της Βαριάς, όταν ήμουν νήπιο τεσσάρων πέντε ετών. Όλοι χόρευαν γύρω μου –ήταν, βλέπετε, πολύ νέοι οι γονείς, οι θείες και οι θείοι μου- ταγκό, βαλς, φοξ-τροτ, τσάρλεστον κι έτσι με έμαθαν να κουρδίζω τον φωνόγραφο και να αλλάζω δίσκους και βελόνες για να χορεύουν αυτοί απερίσπαστα! Υπήρχε η τζαζ της δεκαετίας του ’20, η ορίτζιναλ! Υπήρχαν τα Κύματα του Δουνάβεως. Τα ελληνικά δακρύβρεχτα τραγούδια ταγκό. Και τέλος υπήρχε το Άλμπουμ με τις άριες από όπερες. Φυσικά, την εποχή εκείνη ο κόσμος τραγουδούσε ομαδικά σε κάθε ευκαιρία. Κυριαρχούσαν τα τραγούδια της εποχής. Όμως, συνάμα ακούγονταν και τοπικές μελωδίες της Μικράς Ασίας και της Κρήτης. Η γιαγιά μου, η Σταματία, πάλι, από το Τσεσμέ, έψελνε από το πρωί ως το βράδυ μπροστά στα εικονίσματα που «έσωσε από τους Τούρκους».
Τα φαντάσματα της Κρήτης και της Μικράς Ασίας πίσω από τα τραγούδια έγιναν με τον καιρό μέσα μου πληγές, καθώς τα συνέδεα με ιστορίες γεμάτες διωγμός και σκοτωμούς. Ο ένας παππούς άφηνε την αιματοκυλισμένη Κρήτη, για να πάρει την αιματοβαμμένη Σμύρνη ο άλλος…
Έως ότου στο Αργοστόλι άκουσα μια μουσική διαφορετική, την καντάδα και τη μουσική μπάντα που έπαιζε κάθε Κυριακή στην Πλατεία Βαλιάνου.
Όσο για τα παιχνίδια, είναι τα αιώνια παιχνίδια της ελληνικής γειτονιάς, με βασιλιά το ποδόσφαιρο. Εν πάση περιπτώσει, δεν υπήρχε ομαδικό παιχνίδι που να μην το έχω παίξει. Φυσικά, τότε που οι ελληνικές περιοχές ήταν σαφώς διαχωρισμένες, με διαφορετική οικονομική στάθμη, διαφορετικά ήθη και έθιμα και με διαφορές ακόμα και στη γλώσσα (πολλούς ιδιωματισμούς, διαφορικές λέξεις, όμως προπαντός εντελώς διαφορετική προφορά και ήχους των λέξεων), υπήρχε και στα παιχνίδια αυτή η διαφορετικότητα. Ίδιο παιχνίδι με άλλη ονομασία και άλλες λεπτομέρειες. Παντού όμως η γειτονιά προετοίμαζε με σοφία τα παιδιά για τη ζούγκλα του μέλλοντός τους! Ως και παιχνίδια με αντικείμενο το κλέψιμο από μποστάνια ή ακόμα και από μανάβικα δίδασκαν οι μεγαλύτεροι στους μικρότερους, ώστε να διασκεδαστούν εξ απαλών ονύχων οι όποιες ηθικές αναστολές και να προετοιμαστεί ο καλός μαθητής για μια καλή και προπαντός έξυπνη καριέρα στη ζωή του. Για όσους, όπως εμένα, υπερίσχυσε μέσα τους η οικογενειακή ηθική και αγωγή, ήταν σαφές ότι θα ήμαστε μια ζωή από τους «κάτω», γεγονός που επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά με την ένταξή μου στην αριστερά των ονειροπαρμένων…

(104)