του Γιάννη Ιωαννίδη*

Η μουσική, όπως είναι σε όλους γνωστό, ζυμώθηκε με τη μυθολογία πολύ περισσότερο από κάθε άλλη τέχνη. Οι μύθοι γύρω από τη γένεση, τη λειτουργία και τη σχέση της με διάφορες ανθρώπινες καταστάσεις και δραστηριότητες, όπως και γύρω από τη “μαγική” επίδραση που ασκεί πάνω στον άνθρωπο -λόγω ακριβώς της “θείας” της προέλευσης- είναι ατέλειωτοι.

Ένας τέτοιος μύθος είναι και η τόσο διαδεδομένη αντίληψη, ότι η μουσική είναι μια “αφηρημένη” τέχνη δηλαδή η οποία, καθώς δεν προσφέρεται (δήθεν) στους δέκτες της, στους ακροατές της, με μια συγκεκριμένη και αδιαμφισβήτητα “κοινή” για όλους παρουσία, αφήνει κατά συνέπεια μεγάλα περιθώρια για μια διαφορετική για τον καθένα σύλληψη της ακουστικής πραγματικότητας, την οποία συνιστά το κάθε επιμέρους μουσικό έργο μέχρι του σημείου μάλιστα, που να δίνει στον ακροατή την ευκαιρία να “σκέφτεται” διάφορα άλλα πράγματα (“ιστορίες”, “εικόνες” κλπ) κατά την ακρόασή της· σαν ένα είδος δηλαδή “μουσικής υπόκρουσης” προσωπικών φαντασιώσεων…

Και είναι ίσως ο μύθος αυτός ένας από τους μακροβιότερους και ανθεκτικότερους μέσα στη μυθολογία της μουσικής, καθώς δεν αποτελεί απλώς δοξασία του κοινού ακροατή, αλλά υποστηρίζεται και από ασχολούμενους σοβαρότερα με τέτοια θέματα, διανοητές, φιλοσόφους κ.λ.π. Σε κάθε περίπτωση πάντως, είναι και αυτός (όπως και κάθε άλλος μύθος) προϊόν της άγνοιας των πραγματικών δεδομένων, της άγνοιας δηλαδή της ίδιας της φύσης της μουσικής και των διαδικασιών της πρόσληψής της από τον ακροατή. Το πλέγμα αυτών των διαδικασιών είναι ασφαλώς πλούσιο και σύνθετο, στηρίζεται όμως σε κάποιες σχετικά απλές βασικές αρχές και σε απλά φυσιολογικά δεδομένα -στα οποία και μόνο θα αναφερθούμε σε τούτη την πολύ σύντομη θεώρηση. Άλλωστε, κάπως εκτενέστερες σχετικά αναφορές έχουν γίνει ήδη σε προηγούμενες εργασίες μου (βλ. Γ.Ι. “γραφτά για τη μουσική” Ι-XVII).

Καταρχήν, λοιπόν, να ληφθεί υπόψη ότι η μουσική, ως “τέχνη του χρόνου”, επιβάλλει, κατά την πρόσληψή της, μιαν ενεργητική συμμετοχή από τη μεριά του ακροατή, ο οποίος πρέπει να αντιλαμβάνεται ένα προς ένα τα στοιχεία της (καθώς αυτά ακούγονται διαδοχικά και μεμονωμένα μέσα στη ροή του χρόνου) και να τα ανα-συνθέτει ουσιαστικά ο ίδιος μέσα στη φαντασία του στις ενότητες που αυτά συνιστούν -από τις πρώτες απλές μικρομορφές, έως τις συνθετότερες μακρομορφές. Πρόκειται για μια διαδικασία, η οποία προϋποθέτει τόσο τη συνδρομή της μνήμης (η οποία θα συγκρατήσει τα επιμέρους ακούσματα), όσο και της “προσλαμβάνουσας γνώσης” (που θα τα αναγνωρίσει ως ουσία και ως λειτουργία, και θα προχωρήσει στην κατάταξη και ανασύνθεσή τους). Και είναι φανερό, ότι χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, η σχέση του δέκτη με τη μουσική δεν ξεπερνάει το επίπεδο ενός παθητικού ακούσματος ασύνδετων μεταξύ τους ήχων, και ότι σε τέτοια περίπτωση, ουσιαστικά δεν υπάρχει καν “ακρόαση”. Θα ήταν δηλαδή κάτι ανάλογο προς την ακρόαση της ανάγνωσης ενός κειμένου, γραμμένου σε κάποια άγνωστη για τον δέκτη γλώσσα.

Ioannidis
Γιάννης Ιωαννίδης

Είναι επίσης προφανές ότι, σύμφωνα με τα παραπάνω, η ποιότητα (ή η πληρότητα) της ενεργητικής συμμετοχής του δέκτη, και της ακρόασης κατά συνέπεια, δεν είναι κάτι το ενιαίο και ομοιόμορφο για όλους, δεδομένου ότι εξαρτάται από ειδικές προϋποθέσεις -και ιδιαίτερα από το βαθμό της προσλαμβάνουσας γνώσης. Πρέπει να δεχτούμε δηλαδή, ότι υπάρχουν ποικίλοι τύποι ακρόασης, που διαφέρουν μεταξύ τους στην έκταση, στο βάθος, στην πληρότητα ή στην ένταση της διαδικασίας της πρόσληψης, καθώς και ποικίλοι τύποι ακροατών αντιστοίχως -και μάλιστα σε μια πλούσια διαβάθμιση, από την περίπτωση της μηδενικής μέχρι αυτήν της απόλυτα πλήρους πρόσληψης.

Βέβαια, αυτό το τελευταίο αποτελεί, ως ιδιαίτερο φαινόμενο, αντικείμενο ειδικής διερεύνησης μέσα στα πλαίσια άλλου κύκλου προβληματισμών· εκείνο όμως που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι σε κάθε περίπτωση και σε κάθε επίπεδο πληρότητας της ακρόασης, τα προσλαμβανόμενα στοιχεία (διαστηματικές σχέσεις, μελωδικές πορείες, αρμονικές λειτουργίες και συγκροτήσεις, ρυθμικά σχήματα, συντακτικές ιδιαιτερότητες, δομικές και μορφικές ενότητες κ.α.) είναι απολύτως συγκεκριμένα δεδομένα, τα οποία στο σύνολο τους οδηγούν στην εξίσου συγκεκριμένη τελική ενότητα, που είναι ένα έργο -ένα Τραγούδι, ένας Χορός, μια Σονάτα, μια Συμφωνία ή ό,τι άλλο.

Μια άλλη πλευρά του φαινομένου της ακρόασης είναι το ότι η πρόσληψη των στοιχείων (ή τουλάχιστον ενός σημαντικού μέρους από αυτά) ως συγκεκριμένων δεδομένων μπορεί να γίνει ακόμα και όταν ο ακροατής δεν διαθέτει ειδικές γνώσεις, οι οποίες (συνεπικουρούμενες και από τη χρήση της αντίστοιχης τεχνικής ορολογίας) να επιτρέπουν τη σαφή θεωρητική κατανόηση και διατύπωσή τους. Και τούτο, διότι η εξοικείωση την οποία προσπορίζει η συχνή επαφή (ακόμα και μόνον με κάποιο ή κάποια μουσικά είδη και κατηγορίες) επιτρέπει μιαν, έστω και απροσδιόριστη, “αίσθηση” της παρουσίας και των σχέσεων των στοιχείων. Πρόκειται, ασφαλώς, για ένα φαινόμενο ανάλογο προς τον ρόλο της εξοικείωσης μέσα σ’ έναν άλλο κώδικα επικοινωνίας, όπως είναι λ.χ. η γλώσσα όπου και εκεί δημιουργείται αυτή η ικανότητα της σύλληψης, κατανόησης, κατάταξης και ερμηνείας των στοιχείων (φωνημάτων, λέξεων και φράσεων) χωρίς τη θεωρητική γνώση της γραμματικής και του συντακτικού της: Η σύλληψη των νοημάτων και η δυνατότητα της επικοινωνίας σημαίνουν βεβαίως και κατανόηση των γραμματικών και συντακτικών όρων -ακόμα και με πλήρη άγνοια της ύπαρξής τους!

Έτσι λοιπόν δημιουργείται η εντύπωση, ότι η διαδικασία της ακρόασης γίνεται κατά κάποιον “αφηρημένο” τρόπο, χωρίς την “ενεργητική συμμετοχή” του ακροατή, που προαναφέραμε. Αυτή η ενεργητική συμμετοχή γίνεται βέβαια ενσυνείδητα, ωστόσο, ύστερα από κάποιο σημείο και με τη συχνή επανάληψη αυτοματοποιείται και αυτή (όπως άλλωστε και κάθε άλλη αντιληπτική διαδικασία) σε βαθμό μάλιστα που εξηγεί εν μέρει και τη σχετική παρεξήγηση, καθώς συγχέεται προφανώς “αυτόματο” με το “ασυνείδητο”. Επί πλέον, αυτό που επιτείνει τη σύγχυση γύρω από το φαινόμενο της ακρόασης είναι η πραγματικά αυτόματη λειτουργία των στοιχείων της μουσικής ως “συμβόλων”, δηλαδή ως φορέων συγκινησιακών-συναισθηματικών φορτίσεων, οι οποίες κατά κάποιο τρόπο “επιβάλλονται” στον (έστω και στοιχειωδώς εξοικειώμενο με το εκάστοτε μουσικό ιδίωμα) ακροατή.

Εντάσεις και χαλαρώσεις των αρμονικών σχέσεων (ακόμα και οι απλές Διαφωνίες και οι “λύσεις” τους σε Συμφωνίες), αντίστοιχες ρυθμικές εντάσεις και χαλαρώσεις, εκφραστικότητα των κάθε λογής μουσικών σχημάτων (σε μια άμεση και αθέλητη, ενστικτώδη ίσως, συσχέτισή τους με την αίσθηση του εσωτερικού ή του περιβάλλοντος κόσμου του ακροατή κ.λ.π.), όλα αυτά συνιστούν αυτό που θεωρείται και ως το “συναισθηματικό περιεχόμενο” της μουσικής το οποίο, με την αμεσότητα της επίδρασής του στον ψυχικό κόσμο, δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι λειτουργεί “αφ’ εαυτού” και χωρίς την ενεργητική συμμετοχή του ακροατή -αποτελώντας, καθώς φαίνεται, και την κυριότερη αιτία της δημιουργίας του μύθου περί “αφηρημένης” φύσης της μουσικής.

Γιατί αυτός ο κόσμος των συμβόλων, οι ποικίλες εκφραστικές δυνατότητες του Υλικού (ως Μουσικού Συστήματος και ως εποχικού ή προσωπικού Ιδιώματος) είναι πράγματι ένας κόσμος “αφηρημένων” καταστάσεων, ενώ η δημιουργία μιας ορισμένης Μορφής αποτελεί ακριβώς τη συγκεκριμενοποίηση του αφηρημένου: Το κάθε έργο δηλαδή, ως σύνθεση σε μια ενότητα των επιμέρους στοιχείων του, έχει τα δικά του δομικά χαρακτηριστικά, τη δική του μορφική ταυτότητα, και συνεπώς είναι κάτι απολύτως συγκεκριμένο.

Στην περίπτωση λοιπόν της “παθητικής” ακρόασης, ο δέκτης πράγματι συλλαμβάνει μια διαδοχή “αφηρημένων” συγκινησιακών καταστάσεων, οι οποίες μάλιστα δεν στερούνται και κάποιας συνοχής, που τους διασφαλίζει η δομική ενότητα του έργου. Αυτό όμως απέχει πολύ από την πραγματική ακρόαση -όπως σε γενικές γραμμές προαναφέρθηκε ήδη. Το ερώτημα, δηλαδή, δεν είναι το αν η μουσική είναι τέχνη συγκεκριμένη ή αφηρημένη, αλλά πολύ περισσότερο το τι “ακούει” ο ακροατής: το αν ακούει ένα έργο με τη συγκεκριμένη δομική του υπόσταση και τη χαρακτηριστική του μορφική παρουσία ή αν ακούει απλώς το αφηρημένο συγκινησιακό του περιεχόμενο -εν τέλει, αν ακούει το “έργο” ή όχι. Γιατί, βεβαίως, ένα μουσικό έργο (όπως άλλωστε και το καθοιονδήποτε τρόπο “αισθητό” αντικείμενο) όταν αυτό δεν μπορεί να αναγνωριστεί, είναι φυσικό να θεωρείται σαν κάτι το “μη συγκεκριμένο”.

* Ο Γιάννης Ιωαννίδης είναι συνθέτης, αρχιμουσικός, μουσικογράφος και καθηγητής μουσικής.

(345)