του Γιάννη Βασιλειάδη*

«Είδαμε έναν άνθρωπο να έρχεται προς το μέρος μας με ζωηρό βήμα. Ήταν μετρίου αναστήματος, με μια ιδιάζουσα δύναμη στην έκφραση· οι ζωηρές του κινήσεις φανέρωναν μεγάλη ενεργητικότητα, το κοστούμι του ήταν ελάχιστα κομψό. Κι όμως, στο σύνολό του είχε κάτι το ξεχωριστό, έτσι που κανένας δεν θα μπορούσε να τον καθορίσει συγκεκριμένα, ούτε να τον κατατάξει σε καμιά τάξη – πουθενά». Περιγράφοντας τον Μπετόβεν σε μια απ’ τις συναντήσεις τους το 1825, ο Γκέρχαρντη φον Μπρόουνινγκ υπογράμμιζε, χωρίς να έχει αντιληφθεί στην εντέλεια, την ακτινοβολία που εξέπεμπε ακόμη και η εξωτερική του εμφάνιση, πέρα από την εμβέλεια και ακτινοβολία του έργου του: ότι η μπετοβενική μεγαλοφυΐα δεν ανήκε σε καμιά απολύτως τάξης, ήταν μοναδική, και «μοναχική».

Σε κανένα άλλο συνθέτη, έργο και ζωή δεν είναι σε τέτοιο βαθμό ταυτόσημα. Η «ταυτότητα» του Μπετόβεν βρίσκεται ατόφια και στα δύο, σε θαυμαστή αρμονία συνυπάρχουν ζωή και τέχνη. Δημιούργησε στην εποχή τής ωριμότητας τού κλασικισμού, αλλά και στα έργα του -ιδιαίτερα από τη μέση περίοδο και μετά- αναγγέλλεται και προβάλλει η νέα εποχή, ο ρομαντισμός. Τελευταίος μεγάλος κλασικός, -πρώτος μεγάλος ρομαντικός. Άνθρωπος με πίστη, γρανιτένια θέληση και αφοσίωση στα υψηλά ιδανικά, μετουσίωσε στα έργα του τον ιδεολογικό και ηθικό του κόσμο, που ήταν βαθιά επηρεασμένος και από την ιδεολογία της Γαλλικής Επανάστασης: ελευθερία, δημοκρατία, αξιοπρέπεια, αγάπη και σεβασμός προς τον συνάνθρωπο, αλήθεια. Όλα αυτά όμως χωρίς ακρότητες για την επίτευξή τους, ούτε κούφιες δημαγωγίες. Στην απόλυτη τους έννοια. Αυτές είναι για τον Μπετόβεν οι μεγάλες ακατάλυτες αξίες και ο αγώνας για την κατάκτησή τους θα πρέπει να αποτελεί τη δικαίωση της ύπαρξης του ανθρώπου. Ανάλογα με τις περιόδους δημιουργίας, και η ενδεδειγμένη (όχι τυποποιημένη) κλασική τελειότητα της μορφής, που αποτελεί το πλαίσιο για την έκφραση των βαθύτερων αυτών συναισθημάτων, ιδεών, ακόμη και καταστάσεων.

12571
Γιάννης Βασιλειάδης

Δημιουργία εκπληκτικής αμεσότητας και επιβολής: Οι 9 Συμφωνίες, οι 32 Σονάτες για πιάνο, η Μίσσα Σολέμνις, η όπερα Φιντέλιο, τα 16 Κουαρτέτα εγχόρδων, τα 5 Κοντσέρτα για πιάνο, το Κοντσέρτο για βιολί, το Τριπλό Κοντσέρτο, οι Εισαγωγές, οι Παραλλαγές, Μπαγκατέλες και άλλα κομμάτια για πιάνο, οι 10 Σονάτες για βιολί και πιάνο, οι 5 Σονάτες για βιολοντσέλο και πιάνο, μουσική δωματίου για διάφορους συνδυασμούς, μία Λειτουργία, το ορατόριο ο Χριστός στο Όρος των Ελαιών, Τραγούδια, Σκηνική μουσική, μεταγραφές ιρλανδικών, σκοτσέζικων, κ.α. λαϊκών τραγουδιών, κ.α.

Αδιαμφισβήτητο και καθολικά αποδεκτό, ότι η τεράστια συμβολή του Μπετόβεν στην ιστορία και την εξέλιξη της μουσικής, υπήρξε μακροχρόνια ευεργετική. Είναι εκείνος κατ’ εξοχήν που «χειραφέτησε» τη μουσική δημιουργία, συνθέτοντας πάντα από μια εσώτερη πνευματική παρόρμηση, ή συναισθηματική ανάγκη. Πάντως όχι με άνεση, ούτε και αβίαστα. Πέρα από λιγοστές εξαιρέσεις, δεν ήταν ο γρήγορος και «εύκολος» συνθέτης, και τα τετράδια σχεδιασμάτων του που έχουν ευτυχώς διασωθεί, το μαρτυρούν: πόσο κοπιαστικά ανέπτυσσε μια αρχική ιδέα, ένα θέμα, ξεκινώντας κάποτε κι από κοινότυπα αρχικά σχεδιάσματα και τα επεξεργαζόταν αντλώντας από κάθε νοητή δυνατότητα, μέχρι την τελική τους εκδοχή. Η εκπληκτική θαρραλέα ικανότητα του στον χειρισμό και τη διαμόρφωση της μορφής, της δομής, ή ακόμη και στις σχέσεις μεταξύ των τονικοτήτων, είναι και η βάση για την επανάσταση στην επεξεργασία της φόρμας σονάτας, της παραλλαγής, ή της συμφωνίας.

Στον Μπετόβεν οφείλουμε για πρώτη φορά την πλήρη ανάδυση -και ανάδειξη- της Συμφωνίας ως ζωτικού χώρου εναποθήκευσης των πιο σημαντικών ιδεών ενός συνθέτη. Από μια τυπική κατάληξη που ήταν μέχρι τότε, στα χέρια του Μπετόβεν η Coda επεκτείνεται σε μια εκτεταμένη λαμπρή κλιμάκωση. Το ίδιο και το τυπικό Μενουέτο, που μεταμορφώνεται σε ένα ορμητικό, θυελλώδες και θριαμβευτικό Scherzo. Στις Παραλλαγές Ντιαμπέλλι, με τον επινοητικό πλούτο της επεξεργασίας και την υπερβατικότητα, σπάνε τα πλαίσια του όρου «παραλλαγή». Στην Ενάτη Συμφωνία, ο Μπετόβεν ενσωματώνει για πρώτη φορά στην ιστορία της Συμφωνίας ένα μεγάλο Φινάλε με μικτή χορωδία και σολίστ. Είναι ο πρώτος που χρησιμοποίησε χαρακτηριστικά -σημαδιακά θέματα ως σταθερά και ζωτικά μέσα στην εξέλιξη του έργου, μουσικά επινοήματα.

Στα αργά μέρη: -ενδεικτικά: το Adagio sostenuto της Σονάτας Hammerklavier Έργο 106, το Adagio ma non troppo – Arioso dolente της Σονάτας Έργο 110· η Καβατίνα – Adagio molto espressivo του Κουαρτέτου Έργο 130, το Adagio ma non troppo e molto espressivo και το σύντομο Adagio quasi un poco andante του Κουαρτέτου Έργο 131, το Molto Adagio («Ύμνος ευχαριστίας στη Θεότητα…») του Κουαρτέτου Έργο 132· το «Πένθιμο Εμβατήριο» της Ηρωϊκής, το Allegretto της 7ης Συμφωνίας, το Adagio molto e cantabile της 9ης Συμφωνίας-, εκφράζεται μια ασύγκριτη πνευματική και βαθιά μυστικιστική ανάταση, που τη συναντάμε μόνο στον Μπαχ. Ειδικά στο κουαρτέτο εγχόρδων (τελευταία κουαρτέτα, Έργα 127, 130, 131, 132, 135, καθώς και Μεγάλη Φούγκα), και στη σονάτα για πιάνο (Έργα 101, 106, 109, 110, 111 – αρ. 28 έως 32) ο Μπετόβεν αναπτύσσει και επεκτείνει τη μορφή σε υπέρτατο εκφραστικό βαθμό. Στις τελευταίες σονάτες αλλοιώνονται και επεκτείνονται τα παραδοσιακά πλαίσια της μορφής, γίνεται ακόμη και υπέρβαση (τεχνική, εκφραστική) των δυνατοτήτων του πιάνου της εποχής.

Τέχνη και ζωή λοιπόν αλληλένδετα στον Μπετόβεν, -μια τέλεια σχέση ανθρώπου και καλλιτέχνη, ο οποίος πίστευε συνειδητά και ανέλαβε εκούσια τη μουσική με τέτοιο δυναμικό πάθος, εκφραστικότητα, και αδιάπτωτη συγκινησιακή εμβέλεια, που να μπορεί να παρασύρει τους ανθρώπους να κατακτήσουν τη χαρά και την ελευθερία σε όλες τις μορφές τους, μέσα από τη στιγμιαία πράξη της μουσικής μαγείας. Είναι ο συνθέτης που ανανεώθηκε και κατέκτησε πνευματικά ύψη περισσότερο από κάθε άλλον, χωρίς να προδώσει την ιδιοφυΐα του σε καμιά δημιουργική περίοδο. Και τι επίπονο οδοιπορικό η αέναη αυτή πορεία, από τις πρώτες σονάτες του Έργου 2 τις αφιερωμένες στον Χαϋντν ως τη σονάτα «quasi una fantasia» («Υπό το σεληνόφως»), από κει ως τη θυελλώδη «Appasionata» και από κει ως την τιτάνια και μνημειώδη «Hammerklavier» και στη Σονάτα Έργο 111, από τα πρώτα κουαρτέτα του Έργου 18, περνώντας από τα κουαρτέτα «Ραζουμόβσκυ» του Έργου 59, ως τα τελευταία, από τις 32 Παραλλαγές σε ντο ελάσσονα στις Παραλλαγές Ντιαμπέλλι, από την Πρώτη Συμφωνία ως την Ενάτη…

Ο Μπετόβεν αναφέρθηκε επιγραμματικά και συγκεκριμένα στην έμπνευση και τη δημιουργική διαδικασία του μουσικού του πιστεύω: «Αυτό που προκαλεί και διεγείρει τις ιδέες μου είναι οι πνευματικές διαθέσεις («Stimmungen»), που στον ποιητή εκφράζονται με λέξεις και σε μένα με ήχους που ψιθυρίζουν, που αντηχούν, που σηκώνουν θύελλα, ώσπου στο τέλος γίνονται μέσα μου μουσική». Μέσα του απαιτούν να εκφραστούν αυτές οι Stimmungen και όχι οι αντιλήψεις, οι συγκεκριμένες ιδέες, ή οι εικόνες. Όχι περιγραφή, ούτε εικονογράφηση. Η ποιμενική δεν περιγράφει τη φύση στην εξοχή. Η Ηρωϊκή θέλει να εκφράσει και να μεταδώσει την πνευματική διάθεση της επανάστασης ενός ήρωα, -αποφεύγει να προτείνει μια θεωρία κάποια συγκεκριμένης επανάστασης. Η Missa Solemnis εκφράζει μια θρησκευτική ψυχική διάθεση, δεν προτείνει μια θεολογία, ή ένα συγκεκριμένο δόγμα. Ο γερμανικός όρος σε μια πλατιά έννοια σημαίνει πνευματική και ψυχική διάθεση, ένωση των διανοητικών δυνατοτήτων, διάρθρωση και διεργασία του ψυχικού δυναμισμού.

Ο ουσιώδης χαρακτήρας της ζωής για τον Μπετόβεν είναι η συνειδητοποίηση του πόνου και η ηρωϊκή αντιμετώπισή του, που δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με την απαισιόδοξη στάση ενός Σοπενάρουερ, για παράδειγμα. Ο Μπετόβεν της Πέμπτης Συμφωνίας καθιερώνει το νόημα της ζωής στο ηρωϊκό ξεπέρασμα της, μ’ όλο τον πόνο και τις τραγικές συνθήκες που συνεπάγονται. Ο Μπετόβεν των τελευταίων κουαρτέτων έχει συνειδητά αποδεχτεί πως τα υψηλότερα επιτεύγματα πραγματοποιούνται μέσα από τον πόνο, αποδοχή των θλίψεων ως αναγκαίας συνθήκης της ζωής, αλλά και κινητήρια δύναμη που φωτίζει και μετουσιώνει. «Αλλά η λύπη υμών εις χαράν γενήσεται», όπως είπε ο Χριστός. Οι δημιουργίες αυτές αποτελούν το αποκορύφωμα της ενδοσκόπησης και εσωτερικότητας που ενυπήρχε ήδη και στο προγενέστερο έργο του, σε διαφορετικούς βαθμούς. Διακρίνονται για το βάθος των λεπτομερειών, την επιβλητική αρχιτεκτονική σύλληψη, την αντιπαράθεση των αντιθέσεων στο έπακρο, το σαγηνευτικό αρμονικό πλούτο, το αμείωτο ενδιαφέρον για αντιστικτική γραφή.

Εκ μέρους του ακροατή απαιτείται μια εσώτερη κατανόηση αυτών των θεματικών στοιχείων, των μοτιβικών σχημάτων, των ρυθμικών κατασκευών, της απορρέουσας αρμονίας, του συσχετισμού των τονικοτήτων, -της όλης επεξεργασίας εν γένει. Μορφικά θυμίζουν μ’ ένα γενικό τρόπο τις σουίτες της εποχής μπαρόκ. Εκτός από το 12ο Κουαρτέτο (Έργο 127) και το 16ο (Έργο 135) που αποτελούνται από 4 μέρη, το αρ. 13 (Έργο 130) έχει 6 μέρη, το αρ. 14 (Έργο 131) 7 μέρη, το αρ. 15 (Έργο 132) 5 μέρη. Η ποιότητα αυτή οδήγησε πολλούς να χαρακτηρίζουν τη μουσική των τελευταίων κουαρτέτων «Μυστικιστική» ή «μεταφυσική»· όποιες έννοιες κι αν δίνει κανείς στους όρους, πρόκειται για έκφραση ολοκληρωτικής μεγαλοφυούς σύνθεσης των στοιχείων που αντλούνται από τη βαθύτερη εμπειρία του συνθέτη.

Το εκτενές, μεγαλόπνοο και προφητικό έργο για πιάνο του Μπετόβεν, οι «33 Παραλλαγές πάνω σ’ ένα βαλς του Ντιαμπέλλι», ολοκληρώθηκε το 1823, χρονιά που θα ολοκλήρωνε και τη Missa Solemis και επεξεργαζόταν πυρετωδώς την τελική μορφή της Ενάτης Συμφωνίας. Από το 1818 κι έπειτα (την εποχή της σονάτας Hammerklavier), είναι τα χρόνια της απόλυτης και τρομερής μοναξιάς -και βέβαια πυρετώδους δημιουργίας-, που επισκιάζονται από σοβαρά προβλήματα υγείας, καθώς και οικογενειακά προβλήματα, ενώ το 1819 μέχρι το θάνατό του, λόγω ολοκληρωτικής κωφότητας, η επικοινωνία με το περιβάλλον είναι εφικτή μόνο με γραφή, σε σημειωματάρια. Οι τόσο ενορατικές αυτές Παραλλαγές ηχούν σύγχρονες ακόμη και στο σημερινό ακροατή, τόσο πλατύ είναι το πεδίο επινόησης, ευρηματικότητας και πιανιστικών δυνατοτήτων. Τριάντα τρεις αυτόνομες μουσικές ενότητες ξεχωριστής έμπνευσης, η κάθε μια τους και ένας εντελώς διαφορετικός μικρόκοσμος, μοναδικός κύκλος μεταμορφώσεων, όπου στην υπέρβαση της, τίθεται σε αμφισβήτηση η ίδια η αρχή της παραλλαγής.

Οι τρεις τελευταίες σονάτες για πιάνο (έτος σύνθεσης 1820 έως 1822) μπορούν να χαρακτηριστούν σονάτες – φαντασίες· έχουν πειραματικό χαρακτήρα, διαθέτουν μεγάλη μορφική ελευθερία, ενώ προσφέρουν μεγάλη ποικιλία και αντιθέσεις συναισθημάτων. Στο πρώτο μέρος της Σονάτας Έργο 109 σε μι μείζονα, που είναι πρωτότυπο και ενδιαφέρον ως μορφή, αέρινο και ρευστό, δεν υπάρχει η παραδοσιακή φόρμα σονάτας με το κύριο και το πλάγιο θέμα. Ακολουθεί ένα εκρηκτικό Prestissimo, ενώ το τελευταίο μέρος, πολύ εκτεταμένο σε σχέση με τα άλλα, αποτελείται από ένα σύντομο και αργό θέμα (που θυμίζει κοράλ) και 6 χαρακτηριστικές παραλλαγές (οι τρίλιες παίζουν ουσιώδη ρόλο στην τελευταία). Στην Έργο 110 σε λα ύφεση μείζονα, το πρώτο μέρος μοιάζει με μεγάλη ελεύθερη παραλλαγή πάνω σ’ ένα μοναδικό θέμα, αντί να χρησιμοποιήσει την παραδοσιακή φόρμα σονάτας. Μετά από ένα σύντομο και τραχύ Scherzo, το Φινάλε που κι εδώ είναι το εκτενέστερο και σημαντικότερο όλου του έργου, παρουσιάζει αλλεπάλληλες αλλαγές στις ρυθμικές αγωγές, στα τέμπι, αλλά και στη συγκινησιακή ατμόσφαιρα: Adagio-Adagio ma non troppo (Arioso dolente) – Fuga (Allegro ma non troppo) – tempo di Arioso – tempo della Fuga – Animato. Η τελευταία, Έργο 111 σε ντο ελάσσονα έχει μόνο δύο μέρη, αλλά αντίθετα με παρόμοιες σονάτες (Έργα 54, 78, 90) εδώ το Φινάλε που είναι διπλάσιο σε διάρκεια από το πρώτο μέρος, ξεκινάει με την Arietta (ρυθμική αγωγή: Adagio) και ξεδιπλώνει μια εκτενέστατη σειρά από παραλλαγές, με μεγάλες διαφοροποιήσεις στις αξίες των φθόγγων, πλούσιες σε μορφικά σχήματα (που ενσωματώσουν και «αλυσίδες» από τρίλιες προς το τέλος) και αιθέριες ηχητικότητες, ενώ σβήνει αναδίνοντας μιαν υπερκόσμια γαλήνη.

Σε πολλά έργα της τελευταίας περιόδου δημιουργίας, ο Μπετόβεν ενσωματώνει την παραλλαγή -τα αργά μέρη των κουαρτέτων Έργα 127, 131, και 135, τρίτο και τέταρτο μέρος της Ενάτης, τα φινάλε στις σονάτες Έργο 109 και Έργο 111-, και τη μορφή της φούγκας -Φινάλε της «Hammerklavier», Σονάτα Έργο 110, Μεγάλη Φούγκα, Παραλλαγές Ντιαμπέλλι – προσδίδοντάς τους ένα καινούργιο ποιοτικό και μορφικά πλούσιο περιεχόμενο. Και μια μικρή αναφορά στη μνημειώδη Μεγάλη Φούγκα σε σι ύφεση μείζονα, Έργο 133. Είναι γνωστό ότι αρχικά αποτελούσε το φινάλε του 13ου Κουαρτέτου Έργο 130, το οποίο ο Μπετόβεν έπειτα από παρακλήσεις και αιτήσεις του εκδότη του και των φίλων του, απέσυρε, για να εκτελείται ως αυτόνομο έργο (λόγω των μεγάλων διαστάσεών της), και στη θέση του συνέθεσε ένα λιγότερο τεταμένο, πιο σύντομο και ανάλαφρο φινάλε. Αυτό που είναι όμως ελάχιστα γνωστό είναι ότι ο Μπετόβεν μετέγραψε τη Μεγάλη Φούγκα για πιάνο με 4 χέρια (ή για 2 πιάνα όπως καθιερώθηκε να εκτελείται, σπάνια δυστυχώς για άγνωστους λόγους), που είναι και η τελευταία σύνθεσή του για πιάνο, το Έργο 134. Είναι το πιο τραχύ, δυναμικό και προφητικά «μοντέρνο» έργο του· η μεταγραφή είναι πέρα ως πέρα δημιουργική: πρόκειται στην ουσία για νέο έργο.

Αν και η ιδιοφυΐα του Μπετόβεν, στη βαθύτερη έννοια του όρου, είναι η ίδια σε συνεχόμενη πορεία και τις τρεις περιόδους της δημιουργίας του αντίστοιχα και αναλογικά -περίπου: 1738-1801, 1802-1816, 1817-1826-, αποτελεί μάλλον φαινόμενο μοναδικό στην ιστορία της μουσικής η διαχρονική πνευματικότητα των αριστουργημάτων της τρίτης, η ρευστή πλαστικότητα, η διαμόρφωση της απόλυτης εκφραστικής κυριαρχίας, το υπερβατικό στοιχείο, η μορφολογικά ελεύθερη χρήση των φυσικών νόμων της μουσικής, -όλα αυτά ως έκφραση μιας αυθεντικής πολύ προσωπικής εμπειρίας. Τα χρόνια εκείνα, η πνευματική πραγματικότητα της ζωής είχε οριστικά αποκρυσταλλωθεί μέσα του. Ο Μπετόβεν εξερευνούσε εντελώς καινούργιες περιοχές εκφραστικότητας και εμπειριών, νέες ηχητικότητες στα οργανικά σύνολα, στα ηχοχρώματα των οργάνων, -όλα καρποί μιας διαφορετικής προηγμένης μουσικής σκέψης, που δεν προέρχονται από εναύσματα του εξωτερικού κόσμου, αλλά δεν παύουν ωστόσο να αποτελούν ένα ζωντανό και εξελισσόμενο κόσμο. Αν με την κωφότητα ο κόσμος των εξωτερικών φαινομένων σταδιακά υποχωρούσε και τελικά έσβησε, ο δημιουργός συνειδητοποιούσε στο εσωτερικό του κόσμου τους ήχους και την αρμονία της διαφορετικής όψης του κάθε φαινομένου, την αντανάκλαση κατά κάποιο τρόπο ενός ιδεατού και ιδεώδους κόσμου, που ανάβλυζε από τα βάθη της ψυχής και ερχόταν στην επιφάνεια για να μετουσιωθεί.

Στα προσωπικά συναισθήματα που εκφράζονται στα έργα του Μπετόβεν, το κάθε άτομο -χωρίς υπερβολή- αναγνωρίζει και ανακαλύπτει τον εαυτό του. Ο κάθε ακροατής δέχεται αυτό το σοκ και αντιδρά πνευματικά και ψυχικά με τον δικό του τρόπο. Δεν έπαψε, ούτε θα πάψει ο Μπετόβεν να είναι η πηγή απ’ όπου εκατομμύρια άνθρωποι θα έρχονται αέναα να αντλήσουν θάρρος, ελπίδα, χαρά, ο φίλος του καθενός που απευθύνεται και μιλάει με οικειότητα στην ψυχή όλων. Στην αφιέρωση των τελευταίων κουαρτέτων στον πρίγκηπα Γκαλίτσιν έγραφε πως: «πίστευε ότι τα έργα αυτά θα μπορούσαν να βοηθήσουν την ανθρωπότητα να υποφέρει λιγότερο. «Όχι μόνο αυτά συγκεκριμένα, αλλά και η πεμπτουσία των έργων, ανεξάρτητα από την περίοδο δημιουργίας. Σε ορισμένα από αυτά εμπεριέχονται και άλλες υψηλότερες έννοιες και βαθυστόχαστα μηνύματα, που ακόμη κι ο ίδιος ο Μπετόβεν δεν θα μπορούσε να διανοηθεί. Και ο Γκαλίτσιν είχε απαντήσει το 1824: «Η μεγαλοφυΐα σας προηγείται αιώνες της εποχής σας… ελάχιστοι φωτισμένοι μόνο μπορούν να απολαύσουν το έργο σας επί του παρόντος… Οι μεταγενέστεροι όμως θα σας τιμήσουν και θα ευλογούν τη μνήμη σας…».

Ο Φίλος που χάρισε στην ανθρωπότητα, μέσα από την επιβεβλημένη απομόνωσή του, τους θησαυρούς της ψυχής του, και στον κάθε άνθρωπο χωριστά τον καλύτερο εαυτό του.

* Ο Γιάννης Βασιλειάδης είναι συγγραφέας, μεταφραστής, συντελεστής…

(195)